ΚΕΡΔΙΣΤΕ: Μυθιστορήματα: Να ονειρευτώ ξανά * Το χνάρι που δεν έσβησε * Μικρό λευκό κοχύλι * Maestra * Εφαπτόμενες ζωές * Ξέχνα τις αναμνήσεις * Το τριανταφυλλάκι * Ο δρόμος για την κόλαση * Οι γρίφοι του θανάτου * Τζεμίλα Άγια * Η γριά βαλίτσα * Το 8ο αμάρτημα

Στο θέατρο Τζένη Καρέζη

Η Έντα Γκάμπλερ του Ερρίκου Ίψεν, ανεβαίνει τον Μάιο στο θέατρο «Τζένη Καρέζη», για 15 παραστάσεις, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Κανέλλου.
Από το 1890, που γράφτηκε το έργο, φαίνεται ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει στην κοινωνία και την ανθρώπινη φύση. Η «Έντα Γκάμπλερ» είναι ένα κείμενο σημερινό και άμεσο. Άξονας περιστροφής του έργου είναι ο εγκλεισμός, ο εγκλωβισμός των προσώπων σε μια συνθήκη, σε ένα σχήμα και κυρίως η αδυναμία τους για απόδραση. Όλα τα πρόσωπα του έργου είναι εγωκεντρικά, εμμονικά, που συνάπτουν σχέσεις επιφανειακές και ιδιοτελείς. Στηρίζουν την ύπαρξη τους στην "κλοπή" και την ψευδαίσθηση της αποδοχής και της επιτυχίας. Οι μόνες αλήθειες, ο μεγάλος ανεκπλήρωτος έρωτας και η εγκυμοσύνη της Γκάμπλερ, που η ίδια, ως προβληματική προσωπικότητα, αδυνατεί να τις ζήσει.
Έξι άνθρωποι κυκλώνουν την Έντα Γκάμπλερ, διεκδικούν λυσσαλέα ένα κομμάτι "ευτυχίας", αφαιρώντας της σταδιακά το οξυγόνο. Σε τι μπορεί να ελπίσει κανείς;
"Γιατί με την έννοια που δίνει η Έντα Γκάμπλερ στην ελευθερία, δεν μπορούσε παρά στη ζωή της να είναι αιχμάλωτη".
 ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Μετάφραση: Ράνια Σταματοπούλου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κανέλλος
Σκηνογραφία: Γιώργος Κωνσταντίνου
Art Video - Εικαστική Επιμέλεια Χώρου: Κώστας Ηρακλής Γεωργίου
Κοστούμια: Μαρία Ταυλαρίου
Μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Τραγούδι: Κορίνα Λεγάκη
Κίνηση: Αντιγόνη Γύρα
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Στίχοι Τραγουδιού: Θράσος Καμινάκης
Φωτογραφίες: VDouros
Ειδικός Συνεργάτης: Έλσα Κοππάση
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ειρήνη Βακάκη
Έπιπλα: Wood-Picker
Επικοινωνία/Δημ. Σχέσεις: Άντζυ Νομικού

ΗΘΟΠΟΙΟΙ:
Δεσποινίς Γιουλιαν Τέσμαν: Μαρία Λιαπίκου
Μπέρτα: Αντέλα Μέρμηγκα
Γιόρκεν Τέσμαν: Δημήτρης Αγοράς
Εντα Τέσμαν: Ελένη Κούστα
Κυρία Έλβστεντ: Βίκυ Χατζοπούλου
Δικαστής Μπρακ: Τάκης Σακελλαρίου
Έιλερτρτ Λέβμποργκ: Αλμπέρτο Φάις
Πρεμιέρα την Τετάρτη 11 Μαΐου στις 21:00
Παραστάσεις: Ως και τις 29 Μαΐου κάθε Τετάρτη και Κυριακή στις 20:00 και κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 21:00
Εισιτήρια: Κανονικό 14€, προπώληση 12€, φοιτητικό και ανέργων 8€. Ατέλεια ηθοποιών δεκτή.

Θέατρο Τζένη Καρέζη
Ακαδημίας 3, Αθήνα
Tηλ. 2103636144, 2103625520
e-mail: theatre_karezi@hotmail.com

«Η αγαπημένη μου ομάδα είναι η ομάδα Χωραφά», Ειρήνη Φραγκάκη

Τι εστί έρως;
Ε.Φ.: Όποια με ρωτάει προφανώς δεν έχει δει τον άντρα μου (όποια τον πάρει έχει δώρο το καινούριο μου βιβλίο και τρία σετ σωβρακοφανέλες χιχιχι) Πλακίτσα… Έρωτας είναι αυτό το μικρό φτερωτό ζιζάνιο που σημαδεύει χωρίς να σε ρωτήσει. Κι έχει ένα σημάδι το άτιμο…

Πιστεύεις στα ζώδια;
Ε.Φ.: Αμέ… και στα εμπόδια!

Τι δώρο θα έκανες σε έναν εχθρό σου;
Ε.Φ.: Τη δυνατότητα να δει έστω και ένα λεπτό μέσα από τα δικά μου μάτια, το πως βλέπω εγώ τους ανθρώπους. Εχθρούς και φίλους.

Έχεις κατοικίδιο;
Ε.Φ.: Έχω ένα υπέροχο ενυδρείο με τα πιο ήσυχα και πολύχρωμα κατοικίδια! Τα χρυσοψαράκια μου!

Ποια είναι η αγαπημένη σου ομάδα;
Ε.Φ.: Με τα πέντε μου παιδιά έχουμε φτιάξει μία ομάδα μπάσκετ, με τον άντρα μου προπονητή, εμένα διαιτητή (και στην καντίνα) και την ονομάζουμε ομάδα «Χωραφά».

Καραμελάκια ή σοκολατάκια;
Ε.Φ.: Καραμελωμένα σοκολατάκια!

Μαύρο ή άσπρο;
Ε.Φ.: Εξαρτάται ποιος με ρωτάει. Όταν ο άντρας μου λέει άσπρο, βεβαίως μαύρο κι αν πει μαύρο θα συμφωνήσω μαζί του ότι είναι άσπρο!

Τι πρέπει να συμβεί μια τέλεια μέρα;
Ε.Φ.: Να έχουν κατέβει εξωγήινοι στην Αθήνα, να έχουν απαγάγει όλους τους πολιτικούς μας, τους εκπροσώπους της Τρόικας, να έχουν φυλακίσει το δράκο… κι όλοι οι άνθρωποι να έχουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπό τους.

Μάρτιν Πιστόριους

Το αγόρι που δεν ήταν εκεί

Απλά συγκλονιστική η ιστορία του Μάρτιν Πιστόριους. Αυτό και μόνο νομίζω είναι αρκετό να πω και να σταματήσω να γράφω. Μην μπερδευτείτε με τον άλλον Πιστόριους, τον Όσκαρ, εδώ έχουμε την ιστορία του Μάρτιν, του παιδιού που έζησε 12 χρόνια παγιδευμένος στο σώμα του, κι επανήλθε στη ζωή. Είχα διαβάσει για την περίπτωσή του στο διαδίκτυο και τον θυμόμουν, μα το να διαβάζω το βιβλίο του ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Τότε διαπίστωσα το πόσο απίστευτη είναι η ιστορία του.

Ο Μάρτιν μια μέρα ένιωσε απλώς μια αδιαθεσία κι έφυγε από το σχολείο, κι αυτή ήταν η τελευταία του μέρα ως μαθητής. Σιγά σιγά άρχισε να χάνει τον έλεγχο του σώματός του και να βυθίζεται ολοένα στην ύπαρξή του, χάνοντας κάθε τρόπο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, μα με ένα μυαλό που εξακολουθούσε να λειτουργεί και να καταλαβαίνει τα πάντα.

Κανείς δεν μπορούσε να δει πως το μυαλό του λειτουργούσε.

Οι γονείς του έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να βρουν τι του συνέβαινε, δέχτηκαν να υποβληθεί σε μύριες εξετάσεις και θεραπείες για ασθένειες που ήταν μόνο υποθετικές, για να καταλήξουν μαζί με τους γιατρούς να αποφασίσουν πως δεν υπήρχε καμία ελπίδα για τον Μάρτιν. Κάπως έτσι η ζωή της οικογένειας συνεχιζόταν χωρίς εκείνον πια. Με δυο παιδιά «ζωντανά», η μητέρα του άρχισε να απομακρύνεται από τον ίδιο για να φροντίσει εκείνα. Ήθελε πια να φύγει ο Μάρτιν από το σπίτι, να κλειστεί σε ίδρυμα, αφού αυτή θα ήταν η αναπόφευκτη κατάληξή του. Μόνο ο πατέρας του αρνήθηκε κατηγορηματικά να κάνει κάτι τέτοιο, και για αρκετό διάστημα ήταν ο μόνος που τον φρόντιζε.

Είναι παράξενο να μιλάει κάποιος για φροντίδα ενός ανθρώπου, όταν δεν αναφέρεται σε βρέφος. Λέμε «φροντίδα» και σκεφτόμαστε ίσως το φαγητό, το ντύσιμο, μα το να φροντίζει κανείς έναν μεγάλο άνθρωπο, είναι τρομερά δύσκολο. Ο Μάρτιν έπρεπε να δένεται σε μια καρέκλα για να κάθεται, να φοράει σαλιάρα γύρω από το λαιμό, να του κόβουν τα νύχια, να τον αλλάζουν, να τον καθαρίζουν, και τις νύχτες ο πατέρας του κάθε δυο ώρες ξυπνούσε για τον γυρίσει. Κι όλα αυτά, χωρίς να υπάρχει καμία ορατή ανταπόκριση... Το παιδί ήταν πράγματι σωματικά φυτό.

Θα μπορούσα να συνεχίσω και να πω κι άλλα, όμως πραγματικά η ιστορία του Μάρτιν δε χρειάζεται κανέναν πρόλογο, κανένα review, καθόλου λέξεις για να πείσει για το οτιδήποτε. Διαβάστε τη. Αυτό.
Κλικ για περισσότερα της Κατερίνας
Στο οπισθόφυλλο...
Τον Ιανουάριο του 1988 ο Μάρτιν Πιστόριους, δώδεκα χρόνων, αρρώστησε. Πρώτα σταµάτησε να µιλά και στη συνέχεια έπαψε να τρώει. Έπειτα άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του και την επαφή του µε το περιβάλλον. Οι γιατροί δεν γνώριζαν τι συνέβαινε. Μέσα σε δεκαοχτώ µήνες είχε καθηλωθεί σε αναπηρικό καροτσάκι, αδυνατώντας να µιλήσει.
Οι γονείς του Μάρτιν πληροφορήθηκαν πως, εξαιτίας µιας άγνωστης ασθένειας, ο γιος τους είχε πια το µυαλό ενός βρέφους και λιγότερο από δύο χρόνια ζωής. Ο Μάρτιν άρχισε να µένει σε ιδρύµατα για παιδιά µε αναπηρίες βαριάς µορφής. Το άγχος και ο πόνος συντάραξαν τον γάµο των γονιών του, καθώς και την οικογένειά του. Το αγόρι τους είχε χαθεί. Έτσι νόµιζαν, τουλάχιστον.
Μέσα σε αυτές τις σελίδες, οι αναγνώστες βλέπουν την αντοχή του γονιού, τις συνέπειες µιας λανθασµένης διάγνωσης, τη βία στα χέρια άκαρδων νοσοκόµων και την αντοχή του προδοµένου από το ίδιο του το σώµα Μάρτιν. Παρακολουθούµε επίσης µια ζωή που δηµιουργήθηκε ξανά, την αρχή µιας νέας επιχείρησης και µιας νέας αγάπης – και όλα αυτά, από µια αναπηρική καρέκλα. Η ανάδυση του Μάρτιν από το σκοτάδι του µας προκαλεί να δούµε µε άλλο µάτι τη ζωή µας και να παλέψουµε για ένα καλύτερο αύριο για εµάς αλλά και για τους άλλους.
Το Αγόρι που δεν ήταν εκεί είναι η συγκινητική ιστορία της επιστροφής ενός αγοριού στη ζωή µέσα από τη δύναµη της αγάπης και την πίστη.

Το βιβλίο του Martin Pistorious, Το αγόρι που δεν ήταν εκεί, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Ο Martin Pistorius γεννήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτίου Αφρικής, το 1975. Στην ηλικία των δώδεκα χρόνων, μια άγνωστη ασθένεια τον καθήλωσε σε αναπηρικό καροτσάκι, καθιστώντας τον ανίκανο να μιλήσει, και πέρασε δεκατέσσερα χρόνια σε ιδρύματα. Το 2001 έμαθε να επικοινωνεί μέσω υπολογιστών, έκανε φίλους κι άλλαξε τη ζωή του. Το 2008 συνάντησε τη γυναίκα της ζωής του, την Τζόνα, και μετακόμισε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το 2009 παντρεύτηκαν και το 2010 άνοιξε τη δική του επιχείρηση. Απολαμβάνει να περνάει χρόνο με τους φίλους του και φυσικά με τη γυναίκα του.

Αύριο

Τι είναι το αύριο;
Φιλοσοφικά μιλώντας είναι το μετά, ό,τι ακολουθεί και ό,τι περιλαμβάνουν οι μελλοντικοί μας χρόνοι. Αλλά είναι και ο τίτλος του νέου μυθιστορήματος του Γιώργου Γιαντά που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη.
Είναι... μια ηρωίδα και η ιστορία της. Το παρελθόν της, το παρόν της. Το μέλλον της; Ποιο αύριο περιμένει εκείνους που απαρνήθηκαν τον έρωτα, την αγάπη, τους φίλους, την οικογένεια; Τα μεγάλα, έντονα συναισθήματα, τις ζεστές, αληθινές αγκαλιές; Ποιο αποστειρωμένο, άνευρο, ψεύτικο παρόν πλημμυρίζει με αδιάφορες μέρες τη ζωή; Ποια είναι άραγε η σωστή επιλογή; Και πότε επιτέλους μπορείς να δεις καθαρά; Και τότε, θα βρεις τη δύναμη να τα αλλάξεις όλα;
Για ένα τέτοιο αύριο μιλάει ο συγγραφέας. Το αύριο που αξίζει στον άνθρωπο και ό,τι άλλο περιλαμβάνει αυτή η φράση.

Στην υπόθεση με δυο λόγια... Εκείνη είναι η Άννα Μαρία. Εκείνος ο Άγγελος. Ο κορμός μιας καρυδιάς είναι χαραγμένος αιώνια με τις ανάσες τους: Μαζί, γράφει. Για πάντα.
Πόσο κρατάει άραγε αυτό το πάντα όταν βρίσκεσαι στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εφηβεία και την ενηλικίωση;

Ο κόσμος έμοιαζε απέραντος κι εκείνη τόσο μικρή τελικά μέσα του, σαν μικροσκοπική ύπαρξη, που παρά την όποια ζωή, παρά το όποιο επίγειο μεγαλείο, παρέμενε μικρή, όπως κι όλοι οι υπόλοιποι γύρω της.

Κι αν όλα αυτά σας λένε ότι πρόκειται για ρομάντζο... μπορείτε να το χαρακτηρίσετε κι έτσι. Είναι μια εφηβική ερωτική ιστορία που καταλήγει στο αυταπόδεκτο, δηλαδή ότι μόνο η αγάπη σώζει τον άνθρωπο. Θα συναντήσετε και μια-δυο αποκαλύψεις που προσφέρουν την έκπληξη ενώ αν ψάχνετε ερωτικές σκηνές, μάλλον κοιτάτε λάθος βιβλίο. Το μυθιστόρημα βασίζεται σε πιο βαθιά συναισθήματα. Θα συναντήσετε και μια τυπική ελληνική οικογένεια της δεκαετίας του 80 που θα σας θυμίσει αρκετά τη δική σας ή αρκετές από τις οικογένειες γνωστών και φίλων σας. Θα συναντήσετε και μια ανέλπιστη αναφορά στο πρώτο μυθιστόρημα του ίδιου, Ως την τελευταία πνοή, στη σελίδα 131, όταν ο συγγραφέας περιγράφει το εξώφυλλό του για το βιβλίο που κρατά στα χέρια της η ηρωίδα του.
Μου άρεσε η εναλλάξ χρονική τοποθέτηση που σε πηγαίνει από το παρόν στο παρελθόν κ.ο.κ. μέχρι τη στιγμή που παρόν και παρελθόν θα συναντηθούν στο σήμερα για να συνεχίσουν στο μέλλον ενώ όταν ο Γιώργος Γιαντάς γίνεται λεξοπλάστης (για παράδειγμα: χαχανοχασκάριζε) μόνο απολαυστικός μπορεί να είναι. Ο λόγος του έχει ροή. Ένα τέμπο που δίνει ρυθμό στην ανάγνωση. Ρέει η ιστορία όπως τα χρόνια εκείνου που έστριψε λάθος και χάθηκε -μεταφορικά και κυριολεκτικά αυτό- ή έχασε... το νόημα -της ζωής, της ύπαρξης...
Κλικ για περισσότερα της Τζένης
Ευχαριστώ τον Γιώργο Γιαντά για την προσφορά του βιβλίου.
Οι πλαγιογραμμένες φράσεις είναι αποσπάσματα από το μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Κερδίστε το!
Οι εκδόσεις Λιβάνη προσφέρουν το μυθιστόρημα του Γιώργου Γιαντά σε έναν τυχερό αναγνώστη. Για να συμμετέχετε στην κλήρωση αλλά και για να στείλετε το μήνυμά σας στον ίδιο κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, σημειώστε τα ακόλουθα:
Διαβάστε τους όρους και άλλες πληροφορίες για τις κληρώσεις, τα δώρα και τους τυχερούς εδώ. Η κλήρωση θα γίνει στις 17 Ιουνίου 2016 και το βιβλίο θα αποσταλεί ταχυδρομικά.
k
Καλή τύχη!

Περισσότερα:
Ο Γιώργος Γιαντάς για το Αύριο
Preview

Μαργαρίτα Γεράρδου

Η Μαργαρίτα Γεράρδου (1930-2014) ήταν μια σημαντική ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου.
Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, στο οποίο δεν εμφανίστηκε ποτέ, αντίθετα είχε έντονη και σημαντική παρουσία στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Η ανωτέρω φωτογραφία είναι από την παράσταση «Δεσποινίς ετών 39» των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου που ανέβηκε το 1978.
Συμμετείχε σε 55 ελληνικές ταινίες, με πρώτη «Τα αρραβωνιάσματα» (1950) της πρώτης Ελληνίδας σκηνοθέτιδος Μαρίας Πλυτά, στον πρωταγωνιστικό ρόλο μιας κοπέλας που ερωτεύεται τον αδερφό της χωρίς να το ξέρει!
Τελευταία εμφάνιση ήταν στην «Αλεξάνδρεια» (2001), ύστερα από 19 ολόκληρα χρόνια μετά την εμφάνισή της στην ταινία «Στροφή» (1981).
Η τηλεόραση δεν την άφησε αδιάφορη. Τη δεκαετία του 1970 εμφανίστηκε στις σειρές της πρωτοσύστατης τότε ελληνικής τηλεόρασης «38ο Αστυνομικό Τμήμα» και «Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο» (1972, ΥΕΝΕΔ και ΕΙΡΤ αντίστοιχα), «Μια Αθηναία στην Αθήνα» (ΕΡΤ, 1976), «Πανθέοι» (ΕΡΤ, 1977). Πιο πρόσφατες εμφανίσεις της ήταν στη σειρά «Το τρίτο στεφάνι» (ΑΝΤ1, 1995-1996, 1 επ.), όπου υποδύθηκε τη θεία της νεαρής Εκάβης (Ελένης Κούρκουλα), και «Σ’ αγαπώ για πάντα» (ΑΝΤ1, 2005-2006, 1 επ.). Επίσης συμμετείχε στο «Θέατρο της Δευτέρας», στην παράσταση «Λίβιγκ ρουμ» (1976) του Γκράχαμ Γκριν. 

Χαρακτηριστική φυσιογνωμία, βαθιά φωνή, ευπρεπής παρουσία, λησμονημένη στις ατραπούς του χρόνου και αυτή.
Κλικ για περισσότερα του Πάνου
Πηγές:
Η φωτογραφία από την παράσταση του ΚΘΒΕ είναι από το site του θεάτρου: www.ntng.gr
Τα screenshots των ταινιών και της σειράς είναι από το προσωπικό μου αρχείο.

Εκεί που το παρελθόν συναντά το μέλλον...

Στον πρόλογό του ο συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης μας καλωσορίζει με όσα αγαπά, δίνοντάς μας το στίγμα για τα ουσιώδη στοιχεία που ταξιδεύουν τη ψυχή του μες από τη μουσική, τις ταινίες, την ποίηση, την ομορφιά. Όλα αυτά αποτελούν ένα μικρό προμήνυμα για τα κείμενα των σελίδων που ακολουθούν, κι αφορούν άρθρα του που δημοσιεύθηκαν στη στήλη «Ζενερίκ» του περιοδικού «Διαβάζω».

Αρχικά περιπλανιόμαστε στα φώτα και τις σκιές του μαγαζιού “Aurevoir” στη Κυψέλη, ένα στέκι των ανθρώπων του πολιτισμού (το οποίο και έκλεισε την περίοδο που γραφόταν το εν λόγω άρθρο).

Έπειτα μαθαίνουμε το πόσες μνήμες είναι ικανό να ξυπνήσει ένα σημείωμα, ένα βιβλίο, ένας δίσκος βινυλίου -πόσο μάλλον όταν είμαστε καλεσμένοι σε μια βραδιά με τον Τίτο Πατρίκιο, πίνοντας και μιλώντας για τις σελίδες εκείνες που μας συναρπάζουν- αφήνοντας έτσι προίκα στην μνήμη στιγμές αγαπημένες για μια ύστερη έμπνευση που ποτέ δεν στερεύει όταν μέσα της υπάρχει αγάπη.

Κατόπιν διαβάζουμε ένα αφιέρωμα το οποίο μας κάνει να αναλογιστούμε ποιες να είναι άραγε οι αφορμές και οι αιτίες στο να διατηρούμε ζωντανές τις επετείους (Μανία με τις επετείους, επαίτες της μνήμης εμείς, εν είδει άμυνας απέναντι στη γενικευμένη λήθη, απέναντι στους μηχανισμούς ισοπέδωσης, αφασίας, κατάργησης και ουσιώδους αλλά και καρατόμησης του χιούμορ,[1] υπογραμμίζει ο συγγραφέας)

Στη συνέχεια μας παρουσιάζεται ένα αφιέρωμα στον Ιρλανδό δημιουργό Τζέημς Τζόυς, περνώντας συνάμα στην ανάλυση των σχέσεων μεταξύ Λογοτεχνίας-Πόλεων-Κινηματογράφου, με αφορμή την ζωή και το έργο του John Cassavetes.

Σειρά έχει ένα πέρασμα από τα λεγόμενα Βιβλία Περιπτέρου (τα ΒΙΠΕΡ) αναλύοντας με παραδείγματα τα στοιχεία εκείνα που βαφτίζουν ένα αστυνομικό αφήγημα ως πετυχημένο.

Στο ίδιο μήκος κύματος και το επόμενο άρθρο, που ασχολείται με τη αλληλεξάρτηση των εικόνων, των λέξεων και των ήχων που οδηγούν στην έμπνευση και την ανάγκη παραγωγής πολιτισμού. Ομοίως και το επόμενο που μιλά για «Λάδια και Μελάνια»: Ο Ρίτσος και οι πέτρες του. Ο Ελύτης και οι επικολλήσεις του. Ο Κόντογλου και οι ώρες που αφιέρωνε στο γράψιμο και στις μεταφράσεις.[2]

Μιλώντας μας παράλληλα για το τι σημαίνει για τον δημιουργό προσωπικά και τι όχι, οι «Πόλεις της περιπέτειας».

Γιατί: Πόλεις της περιπέτειας δε μπορούν να είναι εκείνες που γυρίζουν την πλάτη στην ίδια τους την ιστορία.[3]

Και στον αντίποδα: Σινεμά και θεωρία και λογοτεχνία και μουσική μαζί, να γίνουν ένα, και το αυτό, σε πείσμα των καιρών, να μιλάει περήφανα για ό,τι εξακολουθούμε να αγαπάμε μες στα ερείπια μιας εποχής που δε λέει να τελείωσε πια, για ό,τι μπορεί ακόμη να αποτελέσει υλικό για να δομηθούν Πόλεις της Περιπέτειας, Πόλεις της Ποίησης.[4]

Στη συνέχεια γίνεται λόγος για την μάθηση που δε διδάσκεται: Για την διάταξη της ψυχής, δίνοντας σκυτάλη στο θάρρος και το θέρος του Ανδρέα Εμπειρίκου, καταλήγοντας εν τέλει στα στέκια των Ποιητών.  (Χάθηκαν ίσως τα στέκια, λιγόστεψαν οι τόποι όπου μπορούσε να σε δροσίσει αεράκι ελευθερίας.[5])

Και μετά βαδίζουμε σ’ ένα Φθινόπωρο όπως παλιά (Κάποιοι αισθανόμαστε, κάθε Φθινόπωρο, μιαν ωραία, όσο και αν είναι επώδυνη, ανάγκη να ξαναδούμε κάποια πράγματα, να τα επανεξετάσουμε, να τα αναθεωρήσουμε.[6]) Περνώντας στην «Φιλαρμονική του Ονείρου» και βλέποντας μες από τα μάτια και την ψυχή του Thomas Pynchon και του Μάριου Σπηλιόπουλου, αφήνοντας παράλληλα τον χώρο που αρμόζει και στο μέγεθος του Thomas Bernhard.

Στη σελίδα 77 γίνεται ένα εκτενές αφιέρωμα στην «εξόχως και αιθρίως αισιόδοξη, συγκρότηση και δράση της ημιτρομακρατικής ειρηνόφιλης και βιβλιομανούς ομάδας Τι διαβάζουν οι άνθρωποι στο μετρό και στο λεωφορείο Ε;», ενώ ακολουθεί και η «Επιστροφή στην Ταξιαρχία Gutenberg».

Τέλος, στην συλλογή αυτή των άρθρων του βιβλίου, υπάρχει και τα αφιερώματα στο έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, όπως και σε αυτό του Μπουκόφσκι, τελειώνοντας κάπως έτσι την επίσκεψή μας στο πρόσφατο παρελθόν και δίνοντάς μας λόγο για να συνεχίσουμε δημιουργικά το μέλλον…
Κλικ για περισσότερα του Θεόφιλου
Το 21° βιβλίο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, Générique/Ζενερίκ, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λογεῖον. Πρόκειται για να ανθολογία βιβλιοφιλικών κειμένων από την μόνιμη στήλη του ίδιου στο περιοδικό Διαβάζω.
Κερδίστε αντίτυπα!
Το koukidaki προσφέρει δύο αντίτυπα σε ισάριθμους τυχερούς αναγνώστες. Για να συμμετέχετε στην κλήρωση κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, σημειώστε τα ακόλουθα:
Διαβάστε τους όρους και τις σχετικές πληροφορίες για τις κληρώσεις, τα δώρα και τους τυχερούς εδώ. Η κλήρωση θα γίνει στις 14 Ιουνίου 2016 και τα βιβλία θα σποσταλούν ταχυδρομικά.
k
Καλή τύχη!

Το σπίτι του ζωγράφου στη Σίφνο

Για την ιστορία...
Ο Κρίστιαν Μπρέσνεφ επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Σίφνο τον Μάιο του 1972, ερωτεύθηκε τα τοπία της, την αιγαιοπελαγίτικη αύρα, τις ανατολές και τα ηλιοβασιλέματα, το Κάστρο, τους ντόπιους... με αποτέλεσμα να ανακαλύψει σε εκείνη τη μούσα του αλλά και να δημιουργήσει εκεί το προσωπικό του καταφύγιο για περισσότερα από 30 χρόνια!
Απέκτησε ένα σπίτι στο χωριό Εξάμπελα όπου πέρασε τα καλύτερα χρόνια της ζωής του παρέα με τον συνοδοιπόρο του, Τιμ Λάβτζοϊ, με τον οποίο συνυπογράφουν το αυτοβιογραφικό βιβλίο. Το νησί έγινε το σημείο αναφοράς του, το έκανε ορμητήριο και κατέφευγε εκεί όταν ήθελε να ξεφύγει από τον κόσμο... Την αγάπησε τη Σίφνο. Έμαθε ελληνικά, συμμετείχε στα έθιμα, στις παραδόσεις και απέκτησε ισόβιες σχέσεις με τους κατοίκους της.
Σήμερα...
Η απόφασή του να μοιραστεί όλα αυτά που έζησε στη Σίφνο με όλο τον κόσμο τον έκανε να αφήσει λίγο τα πινέλα και να πιάσει την πένα του. Το βιβλίο, Το σπίτι του ζωγράφου στη Σίφνο, κυκλοφόρησε αρχικά στα αγγλικά, περιλαμβάνοντας φωτογραφίες και σκίτσα του τόπου και αποσπώντας υπέροχες κριτικές:
Steven Kurutz (New York Times): «Μόλις διάβασα το βιβλίο, μου ‘ρθε να τα παρατήσω όλα και να πάω στη Σίφνο, το βραχώδες αυτό νησί του Αιγαίου, που περιγράφει με τόση αγάπη το χρονικό του».
Παναγιώτης Τέτσης (εικαστικός): «Στις σελίδες του παρεμβάλλονται σχέδιά του που μου έκαναν ιδιαίτερη ευχαρίστηση να τα βλέπω, γιατί οδηγούν στον βαθύτερο κόσμο του καλλιτέχνη με πλούσιο συναίσθημα, σε απόσταση από τη στέγνα και ξηρότητα του Royal College, που όπως διάβασα, εφοίτησε κάποιο διάστημα. Το βιογραφικό του ιστόρημα, που εκδίδεται τώρα στην ελληνική, είναι ωραία γραμμένο και προωθεί την ομορφιά και το πανόραμα της Σίφνου».
Το βιβλίο αποτελεί ένα κράμα ταξιδιωτικού και προσωπικού ημερολογίου, λογοτεχνίας και ιστόρισης των τελευταίων δεκαετιών από την εποχή της Χούντας ως την οικονομική κρίση του 2009.

Πολύ ευγενικά και με αμεσότητα απαντά τις ερωτήσεις μου στα ελληνικά και συνυπολογίζοντας τις μέρες που πέρασε στην χώρα μας και το πόσο δέθηκε μαζί της, γράφω και το όνομά του με ελληνικά -στη Σίφνο τον φώναζαν Χρήστο, αργότερα Χρηστάκη, ενδυναμώνοντας έτσι το δεσμό του μαζί της.
Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα, εικόνα ή συναίσθημα αντικρίζοντας τη Σίφνο που σας μάγεψε αρκετά συντελώντας στην απόφαση να παραμείνετε στο νησί και να επιστρέφετε σε αυτό συνέχεια;
Κ.Μ.: Περιγράφοντας τη στιγμή της άφιξής μου στη Σίφνο για πρώτη φορά στις 19 Μαΐου 1972 μετά από ένα ατέλειωτο ταξίδι 14 ωρών με το πλοίο Κάλυμνος: Η εκπληκτική μυρωδιά του νησιού, τα δύο βουνά που σε αγκαλιάζουν μόλις φτάνεις στο λιμάνι. Η αίσθηση καλωσορίσματος και ζεστασιάς κάθε φορά που βρίσκομαι στο νησί.

Τι προσφέρει αυτό το νησί σε έναν καλλιτέχνη; Τι σας έδωσε το τοπίο και οι άνθρωποί του;
Κ.Μ.: Είμαι ζωγράφος τοπίου και είχα κάνει αρκετή δουλειά στις Ελβετικές Άλπεις. Μεγαλώνοντας στην Ελβετία περιτριγυρισμένος από βουνά, πάντα λαχταρούσα τη θάλασσα. H Σίφνος παρέχει τον εκπληκτικό συνδυασμό «βουνό και θάλασσα». Θέμα πολύ διαδεδομένο στο κόσμο της τέχνης. Θυμηθείτε τον πιο γνωστό πίνακα της Helen Frankenthaler «Βουνό και Θάλασσα». Λάτρεψα την όψη όλων των σπιτιών (που κατά κάποιον τρόπο συνδέονται με τους σχηματισμούς του Ελβετικού παγετώνα) όμως όπως αναφέρω και στο βιβλίο, υπάρχουν πολλά θαυμάσια μέρη στον κόσμο. Η Σίφνος με αποπλάνησε με τους ανθρώπους της. Η ζεστασιά τους και η φιλοξενία τους το 1972 ήταν συγκλονιστική. Ήμουν ίσως από τους πρώτους τουρίστες που αποφάσισε να παραμείνει εκεί. Και μέχρι σήμερα οι Σιφνιοί παραμένουν εξαιρετικά φιλικοί και ζεστοί. Πραγματικά δίνουν σημασία στον τόπο.

Τι σας έδωσε το έναυσμα για τη συγγραφή του βιβλίου;
Κ.Μ.: Είμαι ένας ζωγράφος και όχι συγγραφέας. Όμως στα τέλη της δεκαετίας του ’90 φιλοξένησα κάποιον με αρκετές διασυνδέσεις στον εκδοτικό κόσμο της Νέας Υόρκης και 3 μέρες μετά τη διαμονή του μου ανέφερε τα εξής: «πρέπει να γράψεις ένα βιβλίο για τη ζωή σου εδώ. Πρόκειται για ένα αξιοθαύμαστο μέρος…»
Ξεκίνησα να σκέφτομαι για το βιβλίο έκτοτε.
Κάνοντας ένα ξεκαθάρισμα στο διαμέρισμα των γονιών μου αφού το εγκατέλειψαν για τη μονάδα ηλικιωμένων, εντόπισα όλες τις επιστολές που τους είχα γράψει από τη Σίφνο. Και ξαφνικά κατάλαβα ότι είχα ένα βιβλίο.
Ήξερα όμως ότι έπρεπε να πουλήσω το σπίτι πριν ξεκινήσω το γράψιμο. Έχοντας στην κατοχή μου το σπίτι με παρεμπόδιζε από τη συγγραφή. Μόλις αυτό πουλήθηκε το 2007, άνοιξαν οι πύλες για την συγγραφή με τον Tim Lovejoy για περίπου 6 χρόνια.

Αν δεν είχε τύχει να επισκεφθείτε τη Σίφνο, ποιο άλλο μέρος του πλανήτη θα μπορούσε να σας προσφέρει έμπνευση, δημιουργική διάθεση, ηρεμία, κ.ο.κ.;
Κ.Μ.: Υπάρχει ακόμα ένα μέρος, το οποίο τυχαία επισκέφτηκα το 1971, το ερωτεύτηκα και το αισθάνθηκα σαν καταφύγιο για τη ζωγραφική μου και μούσα μου. Το San Christobal Las Casas στο Chiapas του Μεξικού. Όμως ήταν επικίνδυνο μέρος, Αμερικάνοι εξαφανίζονταν και δολοφονούνταν και απέκτησα και εγώ κάποιες αλλόκοτες εμπειρίες εκεί. Ματωμένη, αλλά υπερβολικά δημιουργική γη. Δημιούργησα εξαιρετική δουλειά εκεί και επέστρεψα το 1977 και ξανά τη δεκαετία του ’90, με την προοπτική μάλιστα να δω ένα σπίτι, το οποίο προσφερόταν για πώληση. Ο ιδιοκτήτης με υποδέχτηκε πιωμένος και ήξερα ότι και εγώ θα κατέληγα εκεί αλκοολικός. Τελικά όχι και τόσο υγιές περιβάλλον. Εγκατέλειψα το Μεξικάνικο όνειρο αρκετά σύντομα. Η Σίφνος δεν αποτέλεσε ποτέ τέτοιος κίνδυνος για μένα.

Αισθάνεστε ότι η Σίφνος σας αγάπησε όσο εσείς;
Κ.Μ.: Θυμηθείτε τον τίτλο του βιβλίου μου στ’αγγλικά: “The Greek House – A PAINTERS LOVE AFFAIR WITH THE ISLAND OF SIFNOS”. Υπήρξε ερωτική σχέση και ερωτεύτηκα το νησί και τους ανθρώπους του –και όπως συμβαίνει και στη ζωή ο έρωτας μου πέρασε.
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν εξακολουθώ να αγαπώ το νησί. Όμως δεν το αγαπώ πλέον με τον ίδιο τρόπο που το αγάπησα στα 22 μου χρόνια. Η Σίφνος έχει αλλάξει, έχω αλλάξει και εγώ, και αυτό είναι εντάξει.
Είμαι αρκετά σίγουρος ότι η αγάπη από το χωριό μου και τους γείτονές μου ήταν ειλικρινής –τουλάχιστον από τους περισσότερους.
Με αγαπούν ακόμα σήμερα; Δεν το γνωρίζω. Θα πρέπει να τους ρωτήσουμε.
Το νησί και οι άνθρωποί του θα αποτελούν πάντα μια άγκυρα στη ζωή μου, ένα μέρος το οποίο αποκαλώ σπίτι.

Αν έπρεπε να περιγράψετε αυτόν τον τόπο με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;
Κ.Μ.: Μαγευτικός – Δημιουργικός – Σε κατατρέχει.
Ο Κρίστιαν Μπρέσνεφ γεννήθηκε στο Βελγικό Κονγκό το 1950 και σπούδασε στην Ελβετία και την Αμερική. Πήρε το master του το 1975 από τo Royal College of Art του Λονδίνου. Έχει κάνει εκθέσεις σε πολλές χώρες της Ευρώπης αλλά και των ΗΠΑ, ενώ έργα του βρίσκονται μεταξύ άλλων στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης και την Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας. Είναι κάτοχος πολλών βραβείων, ενώ εκτός από το συγκεκριμένο, έχει γράψει επίσης και το Homage: Encounters with the East, ένα βιβλίο με ταξιδιωτικά σχέδια (έκδοση του 2007). Σήμερα ζει και εργάζεται στο Κονέκτικατ των ΗΠΑ.
Επισκεφτείτε τη σελίδα του.

Ταυτότητα βιβλίου:
Τίτλος: Το σπίτι του ζωγράφου στη Σίφνο
Συγγραφέας: Κρίστιαν Μπρέσνεφ, σε συνεργασία με τον Τιμ Λάβτζοϊ
Μετάφραση: Ελένη Μαχαιρά-Οντόνι
Εισαγωγή: Παναγιώτης Τέτσης
Εκδόσεις Τσιγαρίδα

Ανατέλλων ζήλος

Η Ιωάννα Καπερνέκα, συγγραφέας της ποιητικής συλλογής Ανατέλλων ζήλος απαντά αυθόρμητα στις ερωτήσεις που της κάνω μα, πάνω από όλα, αληθινά.
Από που/πως εμπνέεστε;
Ι.Κ.: Με κατακλύζει στην καθημερινότητα μου, μια συνεχόμενη ροή εικόνων, λόγου, μελωδιών συνοδευόμενες από έντονες μνήμες άχρονες. Νιώθω να λούζομαι την ενέργεια μιας ανώτερης υπόστασης και άμεσα αφημένη στην ευλογία της στιγμής, όπου άλλοτε έρχεται σε στιγμή ηρεμίας, άλλοτε πιο έντονα νιώθω την ανάγκη να το περάσω στο χαρτί. Όταν δε γίνεται, προσπαθώ να το αποθηκεύσω στη μνήμη για άλλη στιγμή, όταν θα συνοδευτεί με κάποιο άλλο ερέθισμα και θα βγει αβίαστα. Το ερέθισμα που ενίοτε ακολουθεί είναι συνήθως κάποιο βίωμα. Το υποσυνείδητο λειτουργεί και αυτό καθοριστικά. Αυτοπαρατηρώντας και εφευρίσκοντας λοιπόν, εξελίσσεται η όλη διαδικασία.

Πως προέκυψε η συλλογή Ανατέλλων ζήλος;
Ι.Κ.: Ήμουν στη σκέψη να εκδώσω τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Είχα στο νου ποιήματα που πιθανόν να έμπαιναν. Αλλά διαισθητικά λειτουργώντας δεν βιάστηκα. Έβλεπα πως η χρονιά που διένυα ήταν αρκετά γόνιμη για να γεννήσει και άλλα κείμενα. Ίσως πιο συνδεδεμένα μεταξύ τους, απ' ότι τα προηγούμενα, ώστε να μπουν σε μια συλλογή ποίησης. Μέχρι και που αποφάσισα τον εκδοτικό δε σταμάτησα να γράφω. Υπάρχει ποίημα δηλαδή, που το προσθέσαμε κατόπιν της συμφωνίας μας, για συνεργασία. Ακολούθησα τη ροή. Και νιώθω πως κατέληξα σε ό,τι πιο αντιπροσωπευτικό για μένα από όλες τις απόψεις.

Τι σας ωθεί προς τη δημιουργία και συγκεκριμένα στην κατάθεση ψυχής που ορίζει την ποίηση;
Ι.Κ.: Καταρχήν πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι που δεν είναι παθητικοί αλλά ενεργοί αναζητούν να εκφράζονται μέσω της δημιουργίας. Προσωπικά μου αρέσει η ποίηση σαν μέσο έκφρασης γιατί μπορεί να σε ωθήσει στο να κάνεις βουτιά στα πολύτιμα ''έσω'' σου, με μια μικρή αφορμή. Δείτε που ζούμε. Στην Ελλάδα. Η μήτρα των ποιητών και του Λόγου γενικότερα. Μη χαθεί το Φως μας και σκιαστούμε. Αυτό δε θέλω να συμβεί. Υπάρχει ένα αίσθημα ευθύνης μέσα μου. Ξεκινά ατομικά αλλά φλερτάρει με το συλλογικό. Αυτό με παρακινεί.

Θα λέγατε ότι ισχύει και για σας αυτό που λένε πολλοί ομότεχνοι ότι η συγγραφή σαν διαδικασία υπάρχει σε κάποιους ανθρώπους από τα παιδικά τους χρόνια ως αναγκαιότητα;
Ι.Κ.: Έτσι είναι. Ξεκινάς μιλώντας με τον εαυτό σου. Ανακαλύπτοντας τον. Εν συνεχεία, προχωράς και παρατηρείς τον μικρόκοσμο που είχες χτίσει με το ανεξάντλητο που έχεις μέσα σου. Εσωτερική διαδικασία. Άλλο η αναγκαιότητα και άλλο η έμπνευση όμως. Το ωραίο είναι να ξέρεις πως δεν είναι αναγκαίο κάτι, αλλά ότι το επιλέγεις συνειδητά πια, με όποιο κόστος.
Διαβάζοντας το βιβλίο...
Η συλλογή της Ιωάννας Καπερνέκα έχει όλη την ομορφιά της φύσης μέσα στις σελίδες της -καθόλου τυχαία η επιλογή του δάσους στο εξώφυλλο- και επιρροές από τη μυθολογία. Συχνά αναφέρονται τα στοιχεία της φύσης, ανάγονται περιγραφές, αισθήσεις ή γίνεται μνεία. Μου προκαλεί την αίσθηση μιας βόλτας στο δάσος μετά την καταιγίδα και λίγο πριν τη δύση -μπορεί να είναι και αμέσως μετά την ανατολή αν ακολουθήσω την φράση του τίτλου- με τις μυρωδιές της υγρής χλόης να υπερτερούν και διάφορα χρώματα και ιριδισμοί να γοητεύουν τα μάτια. Μπορεί να κυλά κι ένα ποτάμι εκεί κοντά ή να ανοίγει η πυκνή βλάστηση σε μια ξέφωτη πεδιάδα. Ή λίγο πιο μακριά να σκάει το κύμα στα λευκά βότσαλα φέρνοντας μαζί του αλατισμένη αύρα. Όπως κι αν το φανταστώ πάντως, καταλήγω σε ένα τοπίο ελληνικής ομορφιάς και, παράλληλα, σκέφτομαι κάθε πλάσμα που γνώρισα μελετώντας Μυθολογία, τον Όλυμπο και τους θεούς του.
Η ίδια μοιάζει άνθρωπος που έχει πονέσει/υποφέρει/πικραθεί... αλλά αναγεννιέται -ως άλλος Φοίνικας- αναπολώντας το παρελθόν, κάνοντας τον απολογισμό της ενώ προετοιμάζει το αύριο προσφέροντας συμβουλές στον συνοδοιπόρο αναγνώστη -μπορεί και στον εαυτό της μαζί.

Η ψυχή δεν θαμπώνεται, ανθισμένη ανατολή μένει κρυφή
από τους ανάξιους.
Πότισε τις έννοιες, χόρεψε τη ζωή που αφήνεις.
Χάιδεψε το νου που σε τρέφει και που τη ζωντάνια του δεν
κλειδώνει ακόμα σε αμπάρια σκονισμένα.
Ερωτοτρόπησε με τις ανυπεράσπιστες φωνές μέχρι να
εισακουστείς στα εγκόσμια, σαν ηχώ γενναία.
Η σκοτεινιά δεν είναι ευρύχωρη, μόνο στενάχωρη. και δεν
χωρά τόσες ακτίνες.
Δυνατών μυών η χάρη, θα γεννήσει τα παιδιά σου.
Ολόρθη δίνοντάς σου την εντύπωση
πως έχεις να κάνεις με ετοιμοπόλεμους στρατιώτες.
Εν ειρήνη πορευόμενη. Φύσα ζωές.[1]

Μια συλλογή με πεζοποίηση πρωτοπρόσωπης γραφής ή δευτεροπρόσωπης αλλά, όπως ανέφερα παραπάνω, δίνει περιθώρια στον αναγνώστη να υποθέσει ότι απευθύνεται στον εαυτό της όταν, για παράδειγμα, λέει:

Περπατάς τα μεσάνυχτα να πιείς νερό και σκοντάφτεις σε
πατημένους έρωτες.[2]

Και πραγματοποιείς την αλλαγή μετρώντας πίσω σου
σκαλοπάτια.[3]

Πανέμορφο ταξίδι το βιβλίο, σε μέρη οικεία και πρόσωπα γνώριμα. Με ελληνικά χρώματα, ήχους, μυρωδιές. Και με μια καθαρότητα που σε ξαφνιάζει ευχάριστα. Ίσως να είναι η διαύγεια μετά την διάλυση της ομίχλης όταν όλα είναι πιο καθαρά από το κανονικό τους ή η φυσική ωρίμανση μέσα και μετά την παιδική ηλικία, μετά τα πρώτα λάθος βήματα, μετά τις λάθος επιλογές...
Κλικ για περισσότερα της Τζένης
Η συλλογή της Ιωάννας Καπερνέκα, Ανατέλλων ζήλος, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις vakxikon.gr
Ευχαριστώ τις εκδόσεις vakxikon, www.vakxikon.gr, για την προσφορά του βιβλίου.

[1] Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Απόσπασμα του έργου Κληρονομιά.
[2] Από το έργο Ύδωρ
[3] Από το έργο Χάσμα

Η λογοτεχνική πρό(σ)κληση της Νατάσσας Καραμανλή που έγινε βιβλίο!

….κι η ονομασία αυτής της λογοτεχνικής δράσης: 4 λεπτά!
Ξεκινώντας, θα ήθελα να σας περιγράψω την συγγραφέα Νατάσσα Καραμανλή που εμπνεύστηκε την εν λόγω δημιουργική δράση «4 λεπτά».

Αν χρειαζόταν να το κάνω με όσο δυνατόν λιγότερες λέξεις, θα χρησιμοποιούσα τα λόγια του εφευρέτη Τόμας Έντισον που είχε πει: «Αυτό που είσαι θα φανεί σ’ αυτό που κάνεις».

Κι αυτό το αναφέρω γιατί η Νατάσσα είναι από τους σπάνιους ανθρώπους που κάνει περισσότερα από όσα λέει, πράγμα σπάνιο τόσο για τον κόσμο της λογοτεχνίας όσο και για την κοινωνία γύρω μας. Αν κάποιος προσθέσει τον ενθουσιασμό, τον αυθορμητισμό και την δοτικότητά της, τότε θα έχει πλήρη εικόνα για την προσωπικότητά της!

(Οφείλω να ομολογήσω πάνω σε αυτό, πως όλα τα παραπάνω τα βίωσα στον απόλυτο βαθμό και σε πρόσφατη συνάντησή μας που κράτησε περίπου τέσσερις ώρες. Ήταν τότε που μου ανέλυσε μια νέα δράση που είχε σχεδιάσει στο μυαλό της, την «Αγαπάς αφού…»[2], η οποία μάλιστα βρίσκεται σε εξέλιξη!)

Κάπως έτσι φαντάζομαι ότι γεννήθηκε και η σκέψη της να προτρέψει ανθρώπους που αγαπούν την γραφή για να συμμετάσχουν στα «4 λεπτά». Ρίχνοντας τον σπόρο με ένα ερώτημα: «Πόσα μπορούν να αλλάξουν στη ζωή σας μέσα σε τέσσερα λεπτά;»

Το διαφορετικό σε αυτό το εγχείρημα είχε να κάνει με το γεγονός πως απευθυνόταν σε όλους ανεξαιρέτως. Δεν είχε καμία απολύτως σημασία εάν οι συμμετέχοντες είχαν πείρα στην συγγραφή ή αν το επιχειρούσαν αυτό για πρώτη φορά.

Άλλωστε, είναι γεγονός πως όταν εξομολογείται αυτόβουλα και ειλικρινά η ψυχή, καταφέρνει να ξεπερνά με την αλήθεια της κάθε είδους κανόνες και πλαίσια έκφρασης.

Μοναδικός της σκοπός ήταν ν’ ανάψει το φιτίλι της φαντασίας και να μας παρακινήσει να εκφραστούμε φωτίζοντας μέχρι και την πιο απόκρυφη γωνιά του εαυτού μας.

Φέρνοντας στην επιφάνεια δυνατότητες και αδυναμίες του χαρακτήρα μας που ως τότε ενδεχομένως και να αγνοούσαμε.

Μεταμορφώνοντάς μας έτσι σε επίμονους και τολμηρούς κι ωθώντας μας να φτάσουμε στα όρια μας, με αποτέλεσμα να αποτυπώσουμε σε λέξεις τις δικές μας ανομολόγητες αγωνίες και τα τόσο προσωπικά απόκρυφα όνειρα.

Νιώθοντας δηλαδή σχεδόν όμοια με τον Μιχαήλ Άγγελο, που μιλώντας για τις δημιουργίες του είχε πει πως: «Είδα τον άγγελο μέσα στο μάρμαρο και το σμίλεψα μέχρι που τον απελευθέρωσα».

Η επιτυχία όλου αυτού του εγχειρήματος συνοψίζεται τόσο σε αυτή τη συλλογή που δημιουργήθηκε από τις Εκδόσεις Μολύβι, όσο και στο συνολικό αριθμό αυτών που πήραν μέρος.

Τα συγχαρητήρια ανήκουν πραγματικά σε όλους τους συμμετέχοντες που κατέθεσαν ένα κομμάτι της ψυχής τους ώστε να χαρακτηριστεί ως πετυχημένη αυτή η λογοτεχνική δράση και να πάρει παράλληλα σάρκα και οστά με αυτή την συλλογική έκδοση κάποιων επιλεγμένων έργων.

Κλείνοντας, θα σας προτρέψω να πράττετε στην λογοτεχνική σας ζωή όπως ο συγγραφέας Στίβεν Κινγκ: «Το γράψιμο είναι μαγεία, όπως το νερό της ζωής και όπως κάθε άλλη δημιουργική τέχνη. Το νερό είναι τζάμπα. Γι’ αυτό πιες. Πιες γεμίζοντας μέχρι επάνω».
Γιατί όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός, το ταλέντο δεν είναι σπάνιο. Αυτοί που το εκμεταλλεύονται είναι σπάνιοι…
Κλικ για περισσότερα του Θεόφιλου
Πόση ζωή χωράει σε τέσσερα λεπτά; Και αν γυρίσεις το χρόνο πίσω, έστω και τέσσερα λεπτά, θα έκανες όσα δεν πρόλαβες... Θα έλεγες όσα δεν πρόλαβες... Κι εσύ θες άλλα τέσσερα λεπτά για να ζήσεις όσα δεν έζησες. Αν καθόσουν μόνο ένα λεπτό, τίποτα δεν θα είχε συμβεί. Έχεις τέσσερα λεπτά. Χαμογελάς... Σε τέσσερα λεπτά όμως, δε στεγνώνει τίποτα. Ούτε τα δάκρυα. Θολώνεις τις λέξεις μετρώντας τέσσερα λεπτά. Σφίγγεις στην παλάμη σου το χρόνο. Τέσσερα λεπτά ορίζουν την τύχη σου. Σου έδωσαν τέσσερα λεπτά και όμως, δεν ξύπνησες. Το πιο πολύτιμο ταξίδι σου ωστόσο, ήταν τόσο σύντομο που χώρεσε μόλις σε τέσσερα λεπτά. Όλα είναι τέσσερα, οι εποχές, τα σημεία του ορίζοντα. Τέσσερα λεπτά για τον έρωτα. Για το φιλί και τον θάνατο. Για το όνειρο και την αλήθεια. Για το παντοτινό.[1]
Εκδότης: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΟΛΥΒΙ
Συντελεστές: Καραμανλή Νατάσσα, Επιμελήτρια - Συλλογικό έργο, Συγγραφέας

Περισσότερες πληροφορίες για το συλλογικό βιβλίο «4 λεπτά» και την Νατάσσα Καραμανλή

[1] Πηγή περιγραφής
[2] Στο koukidaki υπάρχει σχετικός σύνδεσμος με την ιστοσελίδα της δράσης, Αγαπάς αφού..., τον οποίο μπορείτε να βρείτε στην δεξιά στήλη στη λίστα Διαβάζω.

Ταινιόραμα 2016

Ο Μάιος, μήνας αποχαιρετιστήριος της Άνοιξης και προάγγελος του Καλοκαιριού, εκτός από καλή διάθεση, βόλτες, ζεστές μέρες και θάλασσα με ήλιο, θα φέρει και ένα δίμηνο φεστιβάλ ταινιών στην καρδιά της πόλης.
Συγκεκριμένα, από τις 12 Μαΐου ως τις 6 Ιουλίου 2016 θα μπορούμε να παρακολουθήσουμε 168 ταινίες που επέλεξαν οι αδερφοί Στεργιάκη. Η πλατεία Κοραή θα φιλοξενήσει την έβδομη τέχνη δηλαδή αυτό το full air conditioned-μαμούθ φεστιβάλ, το Ταινιόραμα 2016, κι εμείς θα (ξαν-)απολαύσουμε αγαπημένα φιλμ και λατρεμένους πρωταγωνιστές, τις πιο ωραίες σεκάνς του σινεμά και φυσικά θα περάσουμε τέλεια. Σημείο συνάντησης ορίστηκε ο κινηματογράφος Άστυ ενώ οι Αθηναίοι σινεφίλ ήδη σημειώνουν στις ατζέντες τους τις ημερομηνίες του ετήσιου must see πολιτιστικού γεγονότος. Όπως κάθε χρόνο την τελευταία 25ετία, έτσι και φέτος, θα αναβιώσουν οι κόπιες των 35 χιλιοστών και θα φουλάρει η νοσταλγικορομαντική μας διάθεση.
Μεταξύ άλλων θα παίξουν: η μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του βιβλίου του Χένρι Μίλες, Ήσυχες μέρες στο Κλισί, τα διαμάντια του Μπάιαν Ντε Πάλμα, το δίδυμο Τζέρι Λιούις και Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον Βασιλιά για μια νύχτα του Σκορσέζε, η Ντίβα του Ζαν Ζακ Μπενέξ, κ.ά.
Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται...
Οσκαρικές ταινίες (No Man's Land, Μοιραίος χαρακτήρας), Ρωσικά αριστουργήματα (Ψεύτης ήλιος, Ο μικρός Σχίζο), Ιταλική σάτιρα (Διαζύγιο αλά Ιταλικά), Ιταλική κωμωδία, Φιλμ Νουάρ (Φόνος στην ομίχλη, Μαχαίρι στο νερό, Ασανσέρ για δολοφόνους, Τα 39 σκαλοπάτια), Χρυσοί Φοίνικες (Μυστικά και ψέματα, Ανάμεσα στους τοίχους), Κωμωδίες (Μερικοί το προτιμούν καυτό), Βαλκανικές παραγωγές (και Γιουγκοσλαβία), Βραδιές Λουκίνο Βισκόντι, Λατινοαμερικάνικα, Γαλλικά διαμάντια, Ισλανδικά, Βραδιά Όρσον Γουέλς, Βραδιές Ντέιβιντ Λιντς, Βραδιά Πέδρο Αλμοδόβαρ, Ιαπωνικά, Βραδιά Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Θρίλερ, Σκανδιναβικά και πολλά πολλά άλλα.

Στο ταμείο...
Το εισιτήριο κοστίζει 7 ευρώ ή 6 ευρώ το μειωμένο και περιλαμβάνει και τις 3 προβολές της ημέρας. Οι πιο πιο σινεφίλ -όσοι δεν ξεκολλάνε από το πανί- μπορούν να βγάλουν μία κάρτα διαρκείας που θα τους κοστίσει 45 ευρώ για όλες τις ταινίες! Οι κάρτες διαρκείας έχουν περιορισμένο αριθμό οπότε οι πιστοί ας σπεύσουν για καλό και για κακό.

Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα

Αποσπάσματα

Αν είστε από εκείνους τους βιβλιόφιλους που για να αποφασίσουν αν ένα βιβλίο τούς ενδιαφέρει ή αν αξίζει την προσοχή τους πρέπει να ξεφυλλίσουν και λίγο από μέσα, γιατί δεν τους αρκεί το οπισθόφυλλο με την μικρή περιγραφή του, θα ενθουσιαστείτε από τα παρακάτω ενδεικτικά αποσπάσματα του μυθιστορήματος της Νικολάτσας Μπλούτη Καράτζαλη, Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα, που τόσο ευγενικά μου παραχώρησε. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πηγή.
Διατρέξτε όλη την ανάρτηση για να βρείτε και τη σχετική δωροθεσία του βιβλίου και, μάλιστα με αφιέρωση της ίδιας!
ΟΛΓΑ. ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ
Είκοσι ολόκληρα χρόνια πέταξαν από κείνο το πρωί που έκλεισε η Ελένη την πόρτα του σπιτιού της, χωρίς να γυρίσει ποτέ πίσω. Ολόκληρη γυναίκα πια η Όλγα, μητέρα και η ίδια, μα δεν κατάφερε να μαλακώσει την καρδιά της. Ήταν φορές που σκεφτόταν πως αν έκανε ένα βήμα προς τη μάνα της, θα πρόδιδε τον πατέρα της. Αυτό πίστευε πως την κρατούσε περισσότερο. Ας προσπαθούσε εκείνος με τον τρόπο του να τη συμφιλιώσει με την πραγματικότητα. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, στα χέρια του γιου του, "να προσέχεις την Όλγα, του είπε, κι εσύ κι η μάνα σου". Όταν αρρώστησε, η Όλγα τρελάθηκε απ’ την αγωνία της. Αν τον έχανε τόσο νωρίς, τόσο νέο, ένιωθε πως θα έχανε και τον τελευταίο της σύμμαχο, το μοναδικό της στήριγμα. Κι ας αγαπούσε παράφορα τον αδερφό της, ας είχε και το Γιώργο που τότε πίστευε πως θα ήταν ο άνθρωπός της για πάντα, ας υπήρχε κάπου κι "εκείνη", ως στερνή καταφυγή στην απόγνωσή της.
Ο αδερφός της στα οχτώ του αποδέχτηκε εύκολα τη φυγή της, μοιράστηκε στα δυο. Χωρίστηκαν σε στρατόπεδα, ο Λευτέρης μ’ εκείνη κι η Όλγα με τον πατέρα, που δεν εκδήλωσε ποτέ κακία για την Ελένη, μόνο η θλίψη που φώλιασε στα μάτια του, μαρτυρούσε πόσο του στοίχισε. Tα καλοκαίρια τα περνούσε κοντά της, αδημονούσε πότε θα τελειώσουν τα σχολεία για να φύγει. Υπερασπιζόταν τη μάνα του με νύχια και με δόντια, αν τύχαινε να φτάσει στ’ αυτιά του καμιά άσχημη κουβέντα γι’ αυτήν. Μια σταλιά αντράκι και πάλευε με τις σφιγμένες χούφτες του για την τιμή τους. Ώσπου ο κόσμος βαρέθηκε κι έπαψε ν’ ασχολείται με τα δικά τους, έπιασε ιστορίες αλλονών.
Κι η Όλγα εκνευριζόταν με τα σχόλια του κόσμου, μα κυρίως με τις κατάρες της γιαγιάς της που είχαν ως αποδέκτη τη νύφη της. Το θυμό που αισθανόταν η ίδια για τη μητέρα της, δεν επιθυμούσε κατά βάθος να τον νιώθουν κι οι άλλοι. Τη στάση που κρατούσε ο πατέρας της, μέσα της τη θαύμαζε κρυφά. Όπως και του Λευτέρη τη στάση, την αποδέχτηκε με τον καιρό, αφού είδε πως κι ο πατέρας της τη θεωρούσε φυσιολογική. Από κανέναν δεν άντεχε κι αυτή ν’ ακούει άσχημα λόγια για την Ελένη, κανείς δεν πίστευε πως είχε το δικαίωμα να την κρίνει. Κι ας την τιμωρούσε η ίδια με τη σιωπή της.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ. ΑΔΕΡΦΟΣ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ
Η Όλγα στα δώδεκα είχε χορτάσει φιλιά και χάδια απ’ τη μάνα τους, το ίδιο κι εκείνος… Γι’ αυτό και τον τσάτιζε η γιαγιά του, που ανήμπορη ν’ ανοίξει την αγκαλιά της στα παιδιά, κατέφευγε στις κατάρες για τη νύφη της, κάνοντας αδιάντροπα τον σταυρό της μπροστά στο εικόνισμα για να πιάσουν. "Θα γυρίσουν πάνω σου, δε φοβάσαι το Θεό;" Τη ρώτησε ένα βράδυ όταν την πέτυχε να σταυροκοπιέται. "Ποιες, οι προσευχές;" έκανε αιφνιδιασμένη εκείνη που τη διέκοψε. "Οι κατάρες, τη φοβέρισε με θυμωμένο ύφος. Εγώ προσεύχομαι γι’ αυτό", της πέταξε και πήγε και κουκουλώθηκε στο κρεβάτι του για να μην την ακούει. Οι κατάρες της όμως, έφταναν από μακριά, προφανώς την πλήρωνε η Όλγα τη νύφη.
"Τι μου ‘γραψες Θεέ μου να περάσω τώρα στα γεράματα; Δε μ’ έπαιρνες καλύτερα κοντά σου να ησυχάσω, σαν τον συγχωρεμένο τον Λευτέρη μου… Τη γλίτωσε αυτός, έκλεισε τα μάτια του και πέρα βρέχει…" συνέχιζε η γιαγιά τον εξάψαλμο.
Στο σπίτι τους έβρεχε βεβαίως, ένα σύννεφο μαύρο που στάθηκε για μήνες από πάνω τους και τους κατάβρεχε όλη μέρα με δάκρυα. Μονάχα τις νύχτες ηρεμούσαν. Ο καθένας στο κρεβάτι του έπαιρνε μαζί του την πίκρα του και σκεπαζόταν, ώσπου ερχόταν ο ύπνος να τον λυτρώσει απ’ τον πόνο. Η αγωνία τού Λευτέρη, κράτησε δυο μέρες και δυο νύχτες, την τρίτη μέρα το μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνο κι ήταν ο μόνος πρόθυμος να το σηκώσει. Άκουσε τη φωνή της Ελένης και ησύχασε. Δεν έχασε τη μάνα του, δεν την έπιασαν οι κατάρες της γιαγιάς του, ο Θεός είναι μεγάλος για όλους, αυτός αποφασίζει για τις αμαρτίες μας κι όχι οι γιαγιάδες, σκέφτηκε τότε με ανακούφιση. Της ζήτησε το τηλέφωνό της για να μπορεί να την παίρνει, να σιγουρευτεί πως θα τη βρίσκει όποτε θελήσει. Του είπε, πως με την πρώτη ευκαιρία διακοπών από το σχολείο, θα τον περιμένει να συναντηθούν κι εκείνος ευχαριστημένος μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης, έτεινε το ακουστικό προς την Όλγα, που καθόταν παράμερα και τον κοιτούσε σαλεμένη. Η αδερφή του απομακρύνθηκε αθόρυβα και το ακουστικό έμεινε να την περιμένει από τότε… Κρύωσε η καρδιά της, κρύωσε και της Ελένης απ’ την απόρριψη που έφαγε απ’ την κόρη της.

ΕΛΕΝΗ. ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ
Το πλήρωνε ακριβά το τολμηρό βήμα της η Ελένη, καθημερινά. Με τον τωρινό άντρα της, ποτέ δε θυμάται ν’ αντιμετώπισε προβλήματα, να την απασχόλησε κάτι έστω για μια ώρα, να την προβλημάτισε η συμπεριφορά του ή οι πράξεις του. Ποτέ. Την αγαπούσε και τη σεβόταν, χαλί γινόταν να τον πατήσει, που λέει ο λόγος, μόνο να, που η ίδια δεν ένιωσε στιγμή απόλυτα ευτυχισμένη. Ένα κομμάτι της καρδιάς της είχε κοπεί και γύρευε απελπισμένα την επανένωση. Διαρκώς αφηρημένη, σκεφτική, μονίμως χαμένη στους λογισμούς της… Τι της έφταιγε ο άνθρωπος και δεν μπορούσε να του χαρίσει μια μέρα ευτυχισμένη κι ανέφελη, όπως του όφειλε, σαν ανταπόδοση για όσα έκανε για κείνη;
Τίποτα και κανένας δεν της έφταιγε. Είκοσι χρόνια πέρασαν και δεν κατάφερε να βρει τον φταίχτη, κάποιον να του αποδώσει τις ευθύνες για όσα τραβούσε, ένα πρόσωπο που να μπορεί να βρίσει ή να σιχτιρίσει για να ξαλαφρώσει το μέσα της… "Ο πατέρας σου Ελένη μου, μόνο αυτός άθελά του σ’ έκαψε", της τόνιζε συχνά η θεία της. Της Ελένης όμως, δεν της πήγαινε να τα φορτώνει όλα σ’ ένα νεκρό κι ας είναι σε θέση να σηκώνει τόνους από λάθη και σφάλματα στους ώμους του.
Ο μόνος σύνδεσμος απ’ τα παλιά ο γιος της κι η θεία της. Δε ρωτούσε για κανέναν, ούτε που νοιάστηκε για τον αντίκτυπο που είχε στο χωριό της η πράξη της. Πήρε ένα σφουγγάρι και τους έσβησε όλους απ’ τον πίνακα των αναμνήσεων. Μόνο για την Όλγα της νοιαζόταν, μόνο αυτό την έκαιγε και την τσουρούφλιζε όταν ζητούσε να της μιλήσει στο τηλέφωνο και εισέπραττε τη σιωπή και την απόρριψη. Δεν πέρασε από το μυαλό της πως θα κρατούσε χρόνια αυτή η βουβαμάρα, κάθε φορά που άνοιγε τα μάτια της μια ελπίδα φτερούγιζε μπροστά της, πως ναι, σήμερα θα είναι η μέρα που θα φέρει την κόρη της κοντά της. Αυτή η πολυπόθητη μέρα δεν έφτασε ακόμα και τώρα πια, πίστευε πως πλήρωνε πολύ ακριβά το ταξίδι της. Θα το αποτολμούσε άραγε τότε αν γνώριζε το κόστος του; Θα το έκανε, απαντούσε με σιγουριά. Κανείς στη ζωή δεν παίρνει τζάμπα ότι αξίζει, η πληρωμή στην είσοδο κάθε ευτυχισμένης στιγμής είναι απαραίτητη για να μας δηλώσει το μεγαλείο της. Πόσο κοστίζει επιτέλους η αγάπη; Για άλλους πολλά, για άλλους λιγότερα, γι’ αυτήν είκοσι ολόκληρα χρόνια σιωπής, που τα πληρώνει στην κόρη της ως φόρο τιμής για τη φυγή της.
Τα τελευταία χρόνια οι ελπίδες της λιγόστεψαν. Φτερούγισαν μία-μία και πέταξαν μακριά, σαν πουλάκια που εγκαταλείπουν τη φωλιά τους. Αφού δεν τη δέχτηκε πλάι της στις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής της, το πιο πιθανό είναι να μην το κάνει ποτέ, σκέφτεται καθώς αναλογίζεται πόσες όμορφες στιγμές έχασαν κι οι δυο τους. Στα όνειρά της μονάχα μπορεί και την ανταμώνει…

ΓΙΩΡΓΟΣ. ΑΝΤΡΑΣ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ
Θάλασσα τα έκανε! Έτσι δε λένε γι’ αυτούς που αποτυχαίνουν; Ποτέ του δεν μπήκε σε καλούπια αυτός, δε φοβήθηκε κανέναν και τίποτα, μονάχα τα μάτια του γιου του φοβάται σήμερα που ξέρει πως απέτυχε… Ήθελε λέει, να κυνηγήσει το όνειρό του και το ‘κανε. Και τι κατάλαβε; Ορίστε η κατάντια του. Ενώ ο αδερφός του που έμεινε πίσω έγινε άριστος οικογενειάρχης, έχει τη γυναίκα του, δυο παιδιά, τη δουλειά του κι είναι ευχαριστημένος. Γιατί φαίνεται ο άνθρωπος που είναι ευτυχισμένος, αντιμετωπίζει τη ζωή με θάρρος, την πιάνει απ’ τα κέρατα και τη δαμάζει, όπως του έλεγε ο συγχωρεμένος ο παππούς του που λάτρευε τη γη και τα παιδιά.
Πήρε στο λαιμό του και το κορίτσι. Να πει πως το Ολγάκι είναι απαιτητικό, θα πει ψέματα. Είναι από τη φύση της ολιγαρκής, μια κανονική και ήρεμη ζωή ονειρευόταν στο πλάι του. Ούτε γυναίκα τού έξω είναι, ούτε σπάταλη είναι. Το παιδί, οι φωτογραφίες της κι αυτός, της αρκούσαν με το παραπάνω. Όλα τα λάθη του τα αναγνωρίζει ο Γιώργος, δεν είναι κανένας αναίσθητος, μόνο που δε μπορεί να τα σβήσει πια και να τα διορθώσει. Την ικετεύει για μια ευκαιρία ακόμα, μέσα του όμως γνωρίζει πως του δόθηκαν πολλές κι αυτός τις προσπέρασε.
Πάλι τα θαλάσσωσε! Ντρεπόταν για κείνον η Όλγα, ντρεπόταν κι αυτός... Πώς να την αντικρούσει; Με τι επιχειρήματα να την πείσει, αφού συνεχώς κατρακυλούσε; Πόσο τον άλλαξε αυτό το βρωμοδηλητήριο που κυλούσε στις φλέβες του αντί για αίμα. Βίαιος αυτός! Ούτε μυρμήγκι δεν άγγιζε κάποτε, πρόσεχε μην τα πατήσει. Σεβόταν τη ζωή… Σήκωσε το χέρι του στην Όλγα, στη μάνα του και στον αδερφό του, σ’ αυτούς που αγαπούσε, για να υπερασπιστεί τον μίζερο εαυτό του, γιατί δεν ήθελε να τον λυπούνται, γιατί βαρέθηκε τις συμβουλές τους. Δεν είναι ο Γιώργος αυτός, σίγουρα όχι. Είναι ο άλλος του εαυτός, αυτός που τον σιχαίνεται και τον περιφρονεί κι ο ίδιος. Τι άβυσσος είναι αυτή, τι λαβύρινθος! Πώς θα μπορέσει να ξεφύγει τώρα, που έμεινε στ’ αλήθεια μόνος;
Μόνος, κατάμονος με μια θλίψη να στάζει αργά στη ψυχή του, κρέμεται τώρα στην κουπαστή του πλοίου, παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού, με την καρδιά ακόμα ζεστή απ’ την επαφή του με την Όλγα και το παιδί. Τον φώναξε "μπαμπά" δυο τρεις φορές ο μικρός κι εκείνος στο τσακ κρατήθηκε και δεν έβαλε τα κλάματα. Τόσο του έλειψε αυτό, τόσο που το περίμενε με λαχτάρα.
Και τώρα… μόνος ξανά, αυτός, η θάλασσα και δυο γλάροι που τριγυρίζουν το πλοίο. Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Πόσο είχε καπνίσει απ’ το πρωί… Ένα πακέτο και βάλε, άνοιξε το δεύτερο πριν λίγο κι όσο ήταν κοντά τους δεν το αναζήτησε, μόλις έκανε ν’ ανάψει ένα, σκέφτηκε το παιδί και το έσβησε αμέσως. Τι σου κάνει η ευτυχία! Παιχνίδια που σου παίζει, είπε λιγωμένος απ’ τη γεύση της δυνατά. Κανένας δεν τον άκουσε. Ίσως οι γλάροι που φτερούγισαν τρομαγμένοι μακριά…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Τη γυναίκα του την παντρεύτηκε μόλις πήρε το πτυχίο του, επειδή πίστευε πως αυτό είναι το επόμενο βήμα μιας μακρόχρονης σχέσης, όχι βέβαια πως δεν αισθανόταν τίποτα γι’ αυτήν, απεναντίας… Ήταν ο παιδικός του έρωτας και κάποια αισθήματα σ’ αυτή την ηλικία ποτέ δε σβήνουν και σίγουρα δεν ξεχνιούνται. Ακόμα και τώρα, καθώς γυρνούσε νοερά πίσω στα πρώτα τους ραντεβού, ένα γλυκό ρίγος διαπερνούσε το κορμί του, όλα τότε ήταν θαυμάσια και πρωτόγνωρα για τους δυο τους. Με τα χρόνια άλλαξαν, έγιναν άλλοι άνθρωποι. Ο αδυσώπητος χρόνος τούς τύλιξε στα γρανάζια του και τους αποπροσανατόλισε απ’ τα σχέδια που κάνανε. Ήρθε μετά και το παιδί, που "έπρεπε" να ολοκληρώσει την ευτυχία της οικογένειας κι άλλαξε για τα καλά τη ρότα του καραβιού τους.
…Ώσπου έφτασε η Όλγα, ναυαγός απ’ το δικό της ταξίδι να τους χτυπήσει την πόρτα και να τον ξυπνήσει από τον λήθαργο της αδιάφορης πραγματικότητας. Μόνο που αυτός, δεν ήταν σε θέση να της πιάσει το χέρι και να περπατήσουν σ’ ένα δικό τους αύριο, δυστυχώς σκόνταφτε σε πολλά, σε κάθε του βήμα, σε κάθε πρόσωπο που συναντούσε. Στη Μαρίνα, στους γονείς του, στο παιδί, στα πεθερικά του, στον κύκλο του. Ως και στον κόσμο γενικότερα, που λέει κι η γυναίκα του, θα έπρεπε να δώσει λόγο, γι’ αυτά που αισθανόταν, θα τον έπιαναν στο στόμα τους για να τον κρίνουν με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, όπως έκαναν άλλωστε κατά καιρούς με πολλά παράνομα ζευγάρια.
Έστηνε παγίδα ο έρωτας σε τρεις και βάλε οικογένειες, μα αυτό αδυνατούσε να το χειριστεί πια ο Γρηγόρης. Δεν ήθελε άλλωστε, αυτό απαντούσε με σιγουριά στον εαυτό του τις ώρες που έπιαναν ψιλή κουβεντούλα, αφού δεν είχε άλλον να μοιραστεί αυτά τα τόσο πρωτόγνωρα κι όμορφα συναισθήματα, που άναβαν φλόγες στα σωθικά του κι εκείνος τα δεχόταν, τα προσκαλούσε κι ας ήξερε καλά πως μπορεί να καεί… Γιατί να τον εμποδίσει; Τώρα είναι ζωντανός, το νιώθει, η καρδιά του χτυπάει ξανά δυνατά, το μυαλό του ξέφυγε απ’ τη δουλειά, πέταξε στην Όλγα, φώλιασε στη μυρωδιά του κόρφου της, η ψυχή του διψάει για το χαμόγελό της, το γάργαρο γέλιο της που αφειδώλευτα το χαρίζει στα παιδιά, άρχισε να κοιτάει πάλι το ρολόι του και αδημονεί να τελειώσει πιο γρήγορα τη δουλειά να κερδίσει λίγο χρόνο μαζί τους…

ΟΛΓΑ
Ποτέ δεν είχε γευτεί η Όλγα με το Γιώργο τη θαλπωρή της καθημερινότητας, που δένει τα ζευγάρια σαν αλυσίδα μέρα με τη μέρα και κάνει τον έναν σύντροφο απαραίτητο στον άλλον, μέσα απ’ αυτές τις μικρές συνήθειες που μοιράζονται. Δεν είχαν χουζουρέψει με τον πρωινό καφέ, δεν είχαν μοιραστεί στο ίδιο τραπέζι το γεύμα ή το δείπνο τους μαζί με το παιδί, σαν αληθινή οικογένεια. Τόσο ανέφικτο; Αναρωτιόταν κι εκείνη τότε, όπως ο Γρηγόρης σήμερα.
Πόσο όμορφα ήρθαν τα λόγια του Γρηγόρη ν’ αγγίξουν τη ψυχή της! Ποτέ η ίδια δε θα τολμούσε να συλλαβίσει τα όσα ξεχείλιζαν σαν χείμαρρος απ’ την καρδιά της. Μόνο για κείνη θα τα κρατούσε. Σε ποιόν άλλωστε να τολμούσε να τα εκμυστηρευτεί; Πώς αυτή η άμεμπτη, που τόσα χρόνια τιμωρούσε τη μάνα της σαν εγκληματία για τον έρωτά της, άφησε τον εαυτό της έρμαιο σ’ έναν έρωτα που θα έκανε ευτυχισμένα δυο πρόσωπα, μα θα πλήγωνε άλλα δέκα;
Έφτασε λοιπόν η στιγμή, που κατάλαβε πως οι ώμοι της δεν αντέχουν άλλα τόσα χρόνια σιωπής. Σίγουρα πρέπει ν’ αποκλείσει τη μοναξιά για συντροφιά της. Τόσα χρόνια μαζί της τι κέρδισε; Σιωπή. Τίποτα άλλο. Ναι, ήρθε η ώρα που χτύπησε παράφορα το ρολόι της καρδιάς της να την ξυπνήσει από το λήθαργο της μοναξιάς… Πρέπει πλέον να αποδεχτεί πως την έχει ανάγκη. Πως μονάχα σ’ εκείνη μπορεί να εμπιστευτεί και να ξετυλίξει τις πιο μύχιες σκέψεις της. Πως μόνο εκείνη είναι σε θέση να την ακούσει, χωρίς να της προσάψει την παραμικρή ενοχή. Η μάνα είναι το καταφύγιο για όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής μας, ο άνθρωπος που θα πονέσει και θα κλάψει μαζί μας, που θα μας παρηγορήσει και θα μας συγχωρήσει ακόμα και τα πιο φοβερά σφάλματά μας, μονολόγησε με σιγουριά κι ανακούφιση στον εαυτό της. Πόσο στ’ αλήθεια ποθεί παράφορα αυτή την ανεπανάληπτη στιγμή που θα γείρει στον ώμο της και θα συλλαβίσει την πιο όμορφη λέξη… Μητέρα!
Από εκείνη τη μέρα, η Όλγα αποφάσισε ν’ αφεθεί στο ένστικτό της. Να μην παλεύει πια με τα αισθήματα που έτρεφε για το Γρηγόρη, να μην τα βλέπει σαν αντιπάλους που ήρθαν να ταράξουν τη γαλήνη της, αλλά να τ’ αποδεχτεί και να τα καλωσορίσει. Σαν κουρασμένους ταξιδιώτες που έφτασαν στο κατώφλι της διψασμένοι, αναζητώντας μια γωνιά για να ξαποστάσουν. Εκείνη τη μέρα, τους άνοιξε με χαμόγελο την πόρτα της καρδιάς της και τα υποδέχτηκε με τρυφερότητα. 

ΕΛΕΝΗ
Μια ώριμη κοπέλα είχε τώρα απέναντί της, μια γοητευτική καλοσχηματισμένη γυναίκα. Πόσα χρόνια Θεέ μου! Πόσες χαρές, πέταξαν μες στη σιωπή… μονολογούσε μέσα της συγκλονισμένη. Στεκόταν εκεί, μακριά και κοντά της ταυτόχρονα. Φοβόταν να την πλησιάσει, μην ήταν όνειρο… Μην την αγγίξει και χαθεί… Μονάχα όταν εκείνη της άπλωσε ξανά τα χέρια να τη δεχτεί στην αγκαλιά της, μόνο τότε το αποτόλμησε. Την πλησίασε μ’ έναν μικρό δισταγμό. Έπιασε τα χέρια της με λαχτάρα, μύρισε το άρωμα που ανέδινε το κορμί της και την τράβηξε στον κόρφο της αργά, σαν μωρό που φοβάται μην το ξυπνήσει. Ψιθύρισε ξανά το όνομά της… "Όλγα ψυχή μου… Εσύ είσαι, ήρθες…" και συνέχισε να την αγκαλιάζει, να τη φιλά και να μην τη χορταίνει…
Εκείνο το βράδυ, που ξάπλωσε τα μεσάνυχτα στο κρεβάτι της η Ελένη, πίστευε πως από την υπερένταση που την είχε καταβάλλει δε θα μπορούσε να κλείσει μάτι κι όμως κοιμήθηκε σαν πουλάκι. Ούτε που κατάλαβε πότε την πήρε ο ύπνος. Χωμένη στο στήθος του Σπύρου, έφερνε εμπρός της όλες τις εικόνες που χώρεσαν αυτή την ευλογημένη μέρα στα μάτια της. Η καρδιά της χόρευε σ’ έναν ασύλληπτο ρυθμό χωρίς να νιώθει την παραμικρή κούραση. "Σπύρο, κοιμάσαι;" Του ψιθύρισε κάποια στιγμή αναστενάζοντας ευχαριστημένη. "Όχι", της απάντησε ο άντρας της, φέρνοντας το χέρι του να χαϊδέψει τα μαλλιά της. "Τα κορίτσια κοιμούνται αγκαλιά με τον μικρό στο ξενώνα, δεν ήθελαν να χωρίσουν, συνέχισε η Ελένη να του μιλάει, παρασυρμένη απ’ την αναπάντεχη ευτυχία της. Δε θα τολμήσω ποτέ πια να ζητήσω τίποτα άλλο απ’ το Θεό. Είκοσι ολόκληρα χρόνια προσευχόμουν γι’ αυτή την υπέροχη μέρα και μου τη χάρισε. Αν πέθαινα απόψε, θα έφευγα πολύ ευτυχισμένη, βυθισμένη στην αγκαλιά του αγαπημένου μου και γύρω τις ανάσες των παιδιών μου να με ζεσταίνουν…"
Το επόμενο βράδυ ξενύχτησαν μάνα και κόρη, ανοίγοντας τα φύλλα της καρδιάς τους η μια στην άλλη, για να ξεκαθαρίσει το θολό τοπίο που σαν ομίχλη είχε απλωθεί ανάμεσά τους όλα αυτά τα χρόνια. Όταν η Όλγα ζήτησε τη συμβουλή της, μήπως και καταφέρει να βγει απ’ το αδιέξοδο στο οποίο είχε από μόνη της εγκλωβιστεί, η Ελένη της απάντησε με δυο λόγια..
"Ο έρωτας ψυχή μου, μονάχα δυο αφορά… Όλοι οι άλλοι είναι κομπάρσοι, αν σου απλώσει το χέρι για δεύτερη φορά μην του αντισταθείς… Τώρα ξέρεις, πόσο πολύ πονάει η μοναξιά. Μην τη διαλέξεις ξανά…"

Κερδίστε το!
Η Νικολίτσα Μπλούτη Καράτζαλη προσφέρει το μυθιστόρημά της σε έναν τυχερό αναγνώστη. Για να συμμετέχετε στην κλήρωση αλλά και για να στείλετε το μήνυμά σας στην ίδια κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, σημειώστε τα ακόλουθα:
Διαβάστε τους όρους και άλλες σχετικές πληροφορίες για τις κληρώσεις, τα δώρα και τους τυχερούς εδώ. Η κλήρωση θα γίνει στις 7 Ιουνίου 2016 και το βιβλίο θα αποσταλεί/παραδοθεί στον τυχερό από την Νικολίτσα Μπλούτη Καράτζαλη. Θα φέρει δε και ιδιόχειρη αφιέρωση.
k
Καλή τύχη!

Περισσότερα:

Η Ηλιάνα Βολονάκη και Το βαλς των ανέμων

Πως σας ήρθε η ιδέα;
Η.Β.: To βαλς των ανέμων είναι ένα βιβλίο, με το οποίο ήμουν, είμαι και θα είμαι ερωτευμένη! Ξεκίνησε, να γράφεται σε ηλικία 20 χρόνων, πριν την μελαγχολία της νύχτας! Όσο το έγραφα, έζησα πολύ όμορφες στιγμές, κι όταν έπρεπε να διακόψω, αισθανόμουν ότι μου έλειπε.
Περίεργο; Ναι. Η Σμύρνη, παρ’ όλη τη θλίψη της, έχει μια παράξενη έλξη, προς εμένα! Σαν να είχα ζήσει σε προηγούμενες ζωές μου, εκεί!
Μαγεύτηκα, δε, περισσότερο, με την ιστορία της νεαρής από την Αθήνα. Η γιαγιά της, της είπε την αληθινή ιστορία της. Δυστυχώς, η γιαγιά, έγινε άγγελος μια εβδομάδα μετά την συμπλήρωση των εξελίξεων, των ηρώων, της ζωής τους.
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο, στη γιαγιά Κασσάνδρα -στην άγνωστη ως τώρα γυναίκα, πού στη δύση της ζωής της, αποφάσισε, να μιλήσει στην εγγονή της!
Ας με συγχωρέσει, πού δεν το μοιράστηκα, μαζί σας, πιο νωρίς!

Πόσο χρόνο σας πήρε η συγγραφή;
Η.Β.: Το βαλς των ανέμων, ξεκίνησε στην ηλικία 20 χρόνων, πριν την μελαγχολία της νύχτας, όπως, ήδη, σας είπα! Βέβαια, με απασχολούσε μέρα νύχτα, η ψυχή μου ανυπομονούσε να μάθει τη συνέχεια! Χρειάστηκα περίπου δύο χρόνια, κυρίως, να συλλέξω τις ιστορικές πληροφορίες!

Πως θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας με δυο λόγια;
Η.Β.: Κυριαρχεί η αγάπη, στο βαλς των ανέμων. Η Ελληνίδα που διατηρεί κρυφά σχέση με τον εχθρό Τούρκο! Μια σχέση με Τούρκο είναι μη αποδεκτή από κοινωνία και ειδικά από οικογένεια, πόσο μάλλον ερωτική, ειδικά την εποχή του 1900, συνοδευόμενη από ένα αγεφύρωτο διχασμό του πολιτικού κόσμου αλλά και του λαού, που κατέληξε σε εθνική τραγωδία ανυπολόγιστων διαστάσεων.

Θέλετε να μας δώσετε μια περιγραφή;
Η.Β.: Γεννήθηκε για να πολεμάει. Το μέρος όπου την έφεραν στον κόσμο... πλούσιο, προικισμένο. Ταίριαζε απόλυτα με το όνομά της! Κασσάνδρα! Μυστικά και εμπειρίες που φανέρωσε εκείνη την βραδιά του Οκτώβρη. Έκλαιγε απαρηγόρητα ο Θεός και το στέρνο της ζητούσε μια συγχώρεση. Δεν ήξερε πότε θα στερέψουν τα μάτια της από το πέρασμα των χρόνων! Της έλειπε η Σμύρνη και ας μην ήθελε να το παραδεχτεί. Ώρες ώρες έκλαιγε στο κήπο και όταν την πλησιάζαμε... Ένα σκουπίδι είχε μπει στα μάτια της και την ενοχλούσε.
Η κληρονομιά που άφησε πίσω της, δε εκφράζεται με λόγια, αλλά ούτε και με σημειώσεις, γράμματα, μορφασμούς. Ένιωθε μόνη... κι ας είχε γύρω της ανθρώπους να την αγαπούν. Ξεριζώθηκε από την ίδια της, την πατρίδα και ήρθε άγνωστη μέσα στο πλήθος να επιζήσει, να γιατρέψει τις πληγές που αναμφίβολα έσβησαν από το κορμί της. Το βλέμμα της, δεν ήταν όπως παλιά. Σκληρό και μαθημένο να αντέχει στα δύσκολα. Κι όταν είδε τον χρόνο της να στερεύει, άνοιξε τα εσώψυχά της και εξομολογήθηκε όσα χρειάζονταν να μαθευτούν!
Έπειτα; Θα έκλεινε τα μάτια της, έχοντας πολύ δρόμο εμπρός της... Τον δρόμο για τον ευτυχή παράδεισο!

Τι αγαπήσατε περισσότερο σε αυτό το βιβλίο;
Η.Β.: Τα πάντα, αυτό το πλούσιο υλικό που μου έδωσε τόσο απλόχερα, η γιαγιά-Κασσάνδρα! Σαν το μύθο της Αράχνης που υπάρχει, ακόμα και μέσα στο βιβλίο μου!

Ποιος είναι ο πιο αγαπημένος σας ήρωας και γιατί;
Η.Β.: Η Βασιλική, η ξαδέρφη της ηρωίδας! Για το ψυχικό σθένος, ακόμα κι όταν πήρε την απόφαση να κάνει έκτρωση σε μια απαγορευμένη εποχή και χωρίς σύγχρονα εργαλεία. Τραγική φιγούρα στο αναπηρικό καροτσάκι, αλλά τόσο γαλήνια μορφή! Μια γυναίκα βράχος στις αποφάσεις της ηρωίδας και ας φαίνεται, σε πολλά σημεία, ως αδύναμη!

Τι προσφέρει αυτό το βιβλίο στον αναγνώστη, βιβλιόφιλο ή βιβλιοφάγο;
Η.Β.: Μια εμπειρία ζωής, θα έλεγα, σύγκρουση συναισθημάτων και απολογισμός.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία σας;
Η.Β.: Όλη η πορεία των ηρώων μου, είναι μια αγωνία!

Φοβάστε...
Η.Β.: Τους γιατρούς! Αν και δεν θα έπρεπε, διότι χάρη σε αυτούς, βρίσκουμε τη θεραπεία μας! Είναι, όμως, πάνω, από τις δυνάμεις μου!

Αγαπάτε...
Η.Β.: Τα παιδιά, τα χρώματα, το φως, το χαμόγελο… με λίγα λόγια; Την ίδια, τη ζωή!

Ελπίζετε...
Η.Β.: Να μπορώ να γράφω μέχρι να γεράσω… Αλλά και ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μου!

Θέλετε...
Η.Β.: Να διέθετα περισσότερο χρόνο, να αγκάλιαζα τους αναγνώστες μου! Βέβαια, όσο μπορώ, βρίσκομαι σε επικοινωνία μέσω ίντερνετ και παρουσιάσεών μου!

Ποιοι αναγνώστες θα λατρέψουν αυτό το βιβλίο;
Η.Β.: Όλοι όσοι λατρεύουν την ζωή, όσοι ψάχνουν λύσεις, συμβουλές, βοήθεια…

Γιατί πρέπει να το διαβάσουμε;
Η.Β.: Κυρίως για την Ιστορία, η νέα γενιά, πρέπει να μαθαίνει!

Γιατί δεν πρέπει;
Η.Β.: Όχι, όσοι φοβούνται να εκφράσουν τα αισθήματά τους και όσοι δεν θέλουν να έρθουν αντιμέτωποι με το παρελθόν τους.

Που/πως μπορούμε να βρούμε το βιβλίο σας;
Η.Β.: Το βαλς των ανέμων κυκλοφορεί, από τις εκδόσεις bookstars, σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

Που μπορούμε να βρούμε εσάς;
Η.Β.: Εκτός, φυσικά, από το Facebook και το blog, σίγουρα στις παρουσιάσεις που γίνονται κατά καιρούς!

Ποιο χρώμα του ταιριάζει;
Η.Β.: Βιολετί: Συμβολίζει την ηρεμία και την συμφιλίωση με τον εαυτό μας. Συντείνει στην πνευματική ισορροπία και είναι το ισχυρότερο αναλγητικό χρώμα.

Ποια μουσική;
Η.Β.: Al bano - Nel Sole… Αγαπημένο Ιταλικό τραγούδι.

Ποιο άρωμα;
Η.Β.: Άρωμα; Μα… η ζωή!

Ποιο συναίσθημα;
Η.Β.: Συναίσθημα; Ο έρωτας, ένας χείμαρρος, μια εξουσία, μια πείνα…

Αν δεν ήταν βιβλίο, τι θα μπορούσε να είναι;
Η.Β.: Μα είναι… η αληθινή ζωή!

Αν δεν ήσασταν συγγραφέας τι θα μπορούσατε να είστε;
Η.Β.: Κάτι, που να με κάνει να δημιουργώ…

Ποιον συγγραφέα διαβάζετε ανελλιπώς; 
Η.Β.: Δεν ξεχωρίζω κανέναν, από Έλληνες συγγραφείς!

Σας έχει επηρεάσει άλλος συγγραφέας στον τρόπο που γράφετε ή σκέφτεστε ή ζείτε; Ποιος/ποιο βιβλίο;
Η.Β.: Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές αν έχω επηρεαστεί από τόσους συγγραφείς, από τις αμέτρητες ιστορίες τους, αλλά παραμένει αναπάντητο το ερώτημά μου!

Οι ήρωές σας μπορούν να σας κατευθύνουν ή εσείς και μόνο ορίζετε την συνέχεια και τις τύχες τους;
Η.Β.: Η γραφή είναι μαγική… Δεν ξέρεις πώς θα καταλήξει στη συνέχεια η κάθε ιστορία!

Τι χρειάζεται κάποιος για να γράψει; Φαντασία ή εμπειρία;
Η.Β.: Ένας συγγραφέας χρειάζεται να παρατηρεί τα πάντα γύρω του. Να καταγράφει εικόνες, συναισθήματα, μορφασμούς, φωτογραφίες, να μην διστάζει, να τσαλακωθεί…

Τι καθορίζει την επιτυχία σε ένα βιβλίο;
Η.Β.: Η αγάπη, αλλά και η ανταπόκριση των αναγνωστών! Επιτυχημένο, πιστεύω, πως είναι το βιβλίο που αγγίζει τις ψυχές των ανθρώπων, τα βιώματά τους και ίσως, να δίνει λύσεις.

Τι την αποτυχία;
Η.Β.: Ένας συγγραφέας πρέπει να σέβεται το κοινό του. Αν όχι, τότε δεν πασχίζει με όλο του το σθένος.

Η βιβλιοφαγία είναι/μπορεί να γίνει κατάχρηση;
Η.Β.: Θα έλεγα τρόπος ζωής! Από μικρή ήμουν με ένα βιβλίο, στο χέρι. Να διαβάζω, να γράφω… Κομμάτι της ζωής μου! Λυπάμαι, μόνο, που στην Ελλάδα, οι άνθρωποι διαβάζουν λιγότερο!

Ποιον τίτλο βάζετε στο βιβλίο της ζωής σας;
Η.Β.: Τίτλο; Ηρεμία ψυχής…
Ήταν το ερωτηματολόγιο Ριντ Φερστ για τα νέα βιβλία.
Ή αλλιώς, όχι μόνο το ερωτηματολόγιο του Προυστ.
Αν σας άρεσε, δείτε περισσότερες απαντήσεις επιλέγοντας την ετικέτα Ριντ Φερστ
Αν είστε συγγραφέας και θέλετε να απαντήσετε στο ερωτηματολόγιο ακολουθείστε τον σύνδεσμο

Δείτε κι αυτό:
Η Ηλιάνα Βολονάκη Όταν πονάει η ψυχή

Η επιτυχία κρυβόταν στο κομοδίνο μου

…ή αλλιώς, το εγχειρίδιο μιας επιτυχημένης ζωής!

Η ανάγνωση του συμβουλευτικού αυτού βιβλίου με οδήγησε σε γνώριμα μονοπάτια μιας και δεν απέχει πολύ από το ύφος και τους στόχους των έργων του Λέο Μπουσκάλια (Η πρώτη μου επαφή ήταν με το μαγευτικό Να ζεις, ν' αγαπάς και να μαθαίνεις, το οποίο μου είχε χαρίσει η αγαπημένη μου -πάντα χαμογελαστή- ξαδέρφη, Χριστίνα J. Ε. Από τότε άρχισα να βλέπω τον κόσμο αλλιώς!)

Μένοντας για λίγες στιγμές στο τίτλο του εξωφύλλου, Η επιτυχία κρυβόταν στο κομοδίνο μου, συμπέρανα βιαστικά πως ο δημιουργός εννοεί πως η επιτυχία βρίσκεται σχεδόν πάντα κοντά μας, ενώ απεναντίας την αναζητούμε λανθασμένα ψάχνοντας μακριά. Τόσο, που μερικές φορές στο τέλος ξεστρατίζουμε απογοητευμένοι και αποπροσανατολισμένοι από τα «θέλω» μας.

Ωστόσο δεν άργησα να αναθεωρήσω τα εσφαλμένα μου συμπεράσματα, μιας και γρήγορα εμπέδωσα πως από τις πρώτες ακόμη σελίδες ο δημιουργός του βιβλίου τονίζει με τον πιο εμφατικό τρόπο πως η επιτυχία βρίσκεται μέσα μας!

Συγχρόνως μας παρακινεί για να πράξουμε το απλό -και συνάμα τόσο δύσκολο-:

Κλείσε τα μάτια και φαντάσου ποιος θέλεις να είσαι. Και έπειτα δες τον εαυτό σου να γίνεται αυτό που φαντάζεσαι. Εκατομμυριούχος, χορεύτρια στα μπολσόι, επαγγελματίας τουρίστας, αστροναύτης, εφευρέτης του ελιξιρίου νεότητας, ταξιδευτής με χρονομηχανή, πατέρας, πρωταθλητής στο σκάκι, γητευτής μελισσών. Όσο λογικό ή παράλογο κι αν σου φαίνεται, απλά κάν’ το εικόνα. Δες τον εαυτό σου όπως θέλεις να είσαι. Κοιμήσου με αυτήν τη σκέψη.[1]

Όμως ακόμη και σ’ αυτό το επίπεδο, όλα τους θέλουν προσπάθεια, επιμονή και δύναμη, έστω και για να φτάσουμε στο σημείο να τα φανταστούμε. Γιατί απαιτείται να κάνεις κάθε μέρα κάτι και κάποιες μέρες κάτι περισσότερο. Αυτή είναι η μαγική συνταγή.[2]

Γρήγορα διαπίστωσα με έκπληξη πως δεν ήταν και λίγα αυτά που εφάρμοζα στην προσωπική μου ζωή! Ίσως γιατί έτσι ήθελα από πάντα να είναι τόσο η δική μου όσο και όλων των άλλων, αφού οι άλλοι είμαστε εμείς αλλά δεν το ξέρουμε ακόμα. Αν αλλάξουμε εμείς αλλάζουν όλοι.[3]

Επίσης γνώρισα την τεχνική πάρα πολλών ακόμη τρόπων ώστε να γεμίσω το «οπλοστάσιο» των ονείρων μου με θετική ενέργεια και πίστη για να συνεχίσω την προσπάθεια. Γιατί πολλές φορές η επιτυχία θέλει θυσίες τόσο σε υλικά αγαθά, πολύτιμο χρόνο μα και μέρος της ψυχής μας.

(Μιας και οι μεγαλύτερες αποτυχίες στη ζωή είναι η μετριότητα, η απάθεια, η μη προσπάθεια, η παραίτηση)[4]

Κι όπως επίσης αναφέρεται στις σελίδες του βιβλίου: Όσα χρήματα κι αν χάσεις, μπορείς να τα ξανακερδίσεις. Αν χάσεις χρόνο όμως, δε θα τον ξανακερδίσεις ποτέ.[5]

Για την καλύτερη εφαρμογή των λεγομένων του συγγραφέα, τα κεφάλαια που περιέχονται στο έργο αυτό, συνοδεύονται το καθένα από τα κάτωθι στοιχεία:

· Την «Πρόταση» (όπου γίνεται προσπάθεια να αποδυναμωθούν οι όποιοι ενδοιασμοί μας, ώστε να πιστέψουμε καταρχήν τις δυνάμεις του εαυτού μας και κατ’ επέκταση στο να κατακτήσουμε την προσωπική μας επιτυχία)

· Τις «Συμβουλές για άμεσα αποτελέσματα» (όπου αναλύονται με οι τρόπο με τους οποίους οι εκάστοτε σκέψεις θα μπορέσουν να προχωρήσουν σε πράξεις)

· Τα τόσο χρήσιμα «Αποφθέγματα» 

Τολμώ να πω πώς κάθε σελίδα την αντιμετώπισα ως έναν καθρέφτη του εαυτού μου, που την ώρα της ανάγνωσης εντόπιζα μέσα μου σκιές που σιγά σιγά τις έδινα το φως που νιώθω ότι μου αξίζει. Γιατί εκείνο που μας ωθεί ή μας αποθαρρύνει για να αγγίξουμε οτιδήποτε ποθητό, δεν είναι άλλο από τον εαυτό μας.

Ας ζήσουμε λοιπόν, έχοντας κατά νου ότι τίποτε δεν στέκει ακατόρθωτο όταν το θελήσουμε!
Κλικ για περισσότερα του Θεόφιλου
Στο οπισθόφυλλο γράφει:
Νόημα βρίσκει κάποιος στη ζωή μόνο όταν έχει βρει το νόημα της ζωής του. Και το νόημα της ζωής είναι να ακολουθείς τα όνειρά σου.
Η επιτυχία και η ευτυχία είναι επιστήμες. Έχουν νόμους και κανόνες. Όποιος τους ακολουθήσει, μπορεί να πετύχει. Όποιος τους ακολουθήσει μπορεί να ευτυχήσει.
O δημιουργός της φιλοσοφίας του Ανθρώπου στο ΝηΣί και πρωτοπόρος στον τομέα της προσωπικής ανάπτυξης Νικόλας Σμυρνάκης καταρρίπτει μύθους, που θέλουν τα αριστουργηματικά αποτελέσματα να συνδέονται με το ταλέντο ή την τύχη, και αποκωδικοποιεί τις μεταβλητές της εξίσωσης επιτυχίας και ευτυχίας.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια διαρκή υπενθύμιση της δύναμης που κρύβει κάθε άνθρωπος μέσα του. Εμπνέει, παρακινεί και ταυτόχρονα μας καθοδηγεί να αναδείξουμε τον ιδανικό μας εαυτό, τον ηγέτη μέσα μας.
Προσφέρει απλές, κατανοητές και διασκεδαστικές τεχνικές και στρατηγικές που θα μας βοηθήσουν να ανακαλύψουμε τον σκοπό της ζωής μας, να επηρεάσουμε το περιβάλλον μας, να αυξήσουμε την αυτοπεποίθησή μας, να ξεπεράσουμε τους φόβους μας, να οδηγηθούμε στην καθολική αλλαγή και ανάπτυξη σε όλες τις πτυχές της ζωής μας.
Η δική μας πολυπόθητη επιτυχία βρίσκεται πολύ πιο κοντά από ό,τι πιστεύαμε, περιμέναμε, φανταζόμασταν. Κοντά μας, δίπλα μας, έτοιμη να την ανακαλύψουμε. Αρκεί να απλώσουμε το χέρι μέχρι το «κομοδίνο», εκεί που τόσο καιρό μας «κρυβόταν».
Ρίξτε μια ματιά στο περιεχόμενο!
Βρείτε το βιβλίο στις εκδόσεις Διόπτρα.

Κερδίστε το!
Οι εκδόσεις Διόπτρα προσφέρουν το βιβλίο του Νικόλα Σμυρνάκη σε έναν τυχερό αναγνώστη. Για να συμμετέχετε στην κλήρωση κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, σημειώστε τα ακόλουθα:
Διαβάστε τους όρους και όλες τις σχετικές πληροφορίες για τις κληρώσεις, τα δώρα και τους τυχερούς εδώ. Η κλήρωση έχει προγραμματισθεί για τις 10 Ιουνίου 2016 και το βιβλίο θα αποσταλεί ταχυδρομικά.
k
Καλή τύχη!

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Αλεξάνδρα ΜυλωνάΘανάσης ΛιακόπουλοςΝτιάνα ΠαλαιολόγουΦώτης ΣιμόπουλοςΜιχαήλ ΆνθηςΕλίνα ΒαρβαρήγουΗλιάδα Γκανά
Γκρέτα ΧριστοφιλοπούλουL.S. HiltonΛιλή ΓάτηΧάρης ΛιαντζίρηςΧρίστος ΒούζαςΛογοτεχνικές πένες 2016Αγγελική Μαρίνου
Jennifer DonnelliΙφιγένεια ΤέκουΒασίλης ΤσικάραςΚατερίνα ΧλωροκώσταΝοέλ ΜπάξερΚατερίνα ΘεοδώρουΚωνσταντίνος Ιωακειμίδης