Ο Γαβριήλ Αλεξάνδρου για τα βιβλία του, Χωρίς αερόσακο και Χάριτας

Ο Γαβριήλ Αλεξάνδρου απαντά σε μια μικρή συνέντευξη μεγάλων βιβλιοταξιδιών για τα βιβλία του, Χωρίς αερόσακο και Χάριτας. Διαβάστε τί μου είπε σε μια διπλή καταγραφή καθώς οι απαντήσεις δίνονται παράλληλα όμως ξέχωρα για το κάθε βιβλίο -με μπλε για το Χωρίς αερόσακο και με μαύρο για το Χάριτας.
Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Γ.Α.: Ένα και μόνο ένα πράγμα. Ήθελα να πω κάποια πράγματα για να τα βγάλω από μέσα μου. Σα να βγάζουμε ένα αγκάθι που έχουμε μέσα μας· μας τρυπάει, το αισθανόμαστε... στην αρχή πονάει περισσότερο, μετά λιγότερο, ποτέ δε φεύγει όμως. Ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά είναι να το βγάλουμε ολοκληρωτικά. Το Χωρίς αερόσακο ήταν ένα τέτοιο βιβλίο. Έπρεπε να πω κάποια πράγματα για να μπορέσω εγώ ο ίδιος να συνεχίσω τη διαδρομή μου, να ξεχάσω εκείνα που έγιναν στο παρελθόν και με είχαν στεναχωρήσει και, ίσως, από όλο αυτό να βρω κι ένα είδους λύτρωσης. Και νομίζω ότι το πέτυχα τελικά.
Το Χάριτας είναι η φυσική συνέχεια του Χωρίς αερόσακο, αλλά ο συγγραφέας οφείλει να βρίσκει νέους χαρακτήρες, όπως συμβαίνει και στη ζωή: η ζωή συνέχεια μεταλλάσσεται, γνωρίζουμε άλλους ανθρώπους -δε σημαίνει ότι ξεχνάμε τους άλλους με τους οποίους ζήσαμε πράγματα- και νέες καταστάσεις. Το Χάριτας λοιπόν είναι η συνέχεια της ζωής τού ήρωα αλλά με άλλους χαρακτήρες. Χωρίς να αποφεύγω εκείνα που έγιναν στο παρελθόν, αναφέρομαι στη συνέχεια της ζωής του Αλέξανδρου σε καινούρια περιβάλλοντα. Αυτό που ήθελα να πω με το Χάριτας είναι τι γίνεται όταν φτάσει η στιγμή να πραγματοποιηθούν τα όνειρά μας, να ευοδωθούν οι κόποι μας. Πως το διαχειριζόμαστε αυτό; Όλοι θέλουμε να πετύχουμε σε κάτι, δεν έχουμε σκεφτεί όμως πώς θα το διαχειριστούμε όταν μας συμβεί ενώ σε κάποιους γίνεται μπούμερανγκ· άλλοι καταστρέφονται.

Αν θα έπρεπε να περιγράψετε με μια μόνο λέξη το κάθε βιβλίο, ποια θα ήταν αυτή;
Γ.Α.: Εξιλέωση  και Συνειδητοποίηση

Τι θα συμβουλεύατε εκείνον που επρόκειτο να το διαβάσει;
Γ.Α.: Να το ανοίξει. Να διαβάσει απλά την πρώτη σελίδα... γιατί πιστεύω ότι έχει τον τρόπο του αυτό το βιβλίο να σε προσελκύσει ώστε να θες να πας παρακάτω ενώ για το Χάριτας... να αποφασίσει αν θέλει ν' αρχίσει από το Χάριτας. Γιατί μπορεί να έχει άλλους χαρακτήρες και όταν αναφέρομαι στο παρελθόν να δίνω τα απαραίτητα στοιχεία για να παρακολουθήσει ο αναγνώστης την ιστορία όμως δε παύει να είναι μια συνέχεια της ζωής του ήρωα.

Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, που θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Γ.Α.:  Θα ήταν ένα ταξίδι με προορισμό εκεί που ονειρεύεται ο καθένας και στο όνειρο τού ήρωα, στη Νέα Υόρκη... και μετά πίσω εκεί όπου ξεκίνησαν όλα, στα πάτρια εδάφη.

Κλείστε τη μίνι συνέντευξη με μία φράση/παράγραφο από τα βιβλία.
Γ.Α.: Ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι, λίγο πριν το Πάσχα, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο παχύ γρασίδι και λιαζόταν σαν σαύρα κάτω απ' το μακρινό συγγενή του ελληνικού ήλιου, έξω από το κτίριο της Χημείας, χάζευε τις φοιτήτριες με τα σορτσάκια τους πάνω στα ποδήλατα ή στα ρόλερ μπλέιντς. Τότε ξάφνου την είδε! Μια ώριμη ξανθιά καλλονή με στήθη που θα ζήλευε κι η Μπελούτσι. Ερχόταν προς το μέρος του. Φορούσε ένα μπλε ταγέρ κι ένα λευκό πουκάμισο με ψηλά τακούνια. Το ταγέρ αγκάλιαζε το κορμί της σαν γάντι λάτεξ. Κρατούσε ένα βαλιτσάκι και δυο σακούλες. Δε φαινόταν για καθηγήτρια. Ήταν εκθαμβωτικά όμορφη. Σαν τις παλιές ντίβες του κινηματογράφου -μια άλλη Ρίτα Χέιγουορθ. Την κοίταξε αποβλακωμένος καθώς εκείνη πλησίαζε. Τότε αισθάνθηκε το πρώτο βέλος να τον χτυπάει. Πετάχτηκε πάνω σαν να είχε ελατήριο κάτω από τα πόδια.
-Επίτρεψέ μου να σε βοηθήσω, της είπε, προθυμοποιούμενος να πάρει τις σακούλες που κουβαλούσε.
-Δεν υπάρχει λόγος. Το αυτοκίνητό μου είναι εδώ πιο κάτω, του είπε.
-Μα σε παρακαλώ, άφησέ με.
Το είπε με ένα ύφος που ήταν σαν να της έλεγε: «Δεν υπάρχει περίπτωση να μην πάρω τις σακούλες, κούκλα μου, γι' αυτό κάτσε καλά» ενώ ήδη τις είχε πιάσει στα χέρια του. Ο τρόπος του κι η ετοιμότητά του την έκαναν να λυγίσει. Την πήγε μέχρι το αυτοκίνητο, έβαλαν τα πράγματα στο πορτ μπαγκάζ κι εκείνη τον ευχαρίστησε.
-Δε θέλεις να κάτσουμε στο γρασίδι για λίγο μιας κι έχει τόσο ωραία μέρα, να πιούμε ένα τσάι; είπε βγάζοντας μέσα από την τσάντα του ένα κουτάκι Lipton Ice Tea.
Εκείνη του χαμογέλασε αποκαλύπτοντας μια σειρά από ολόλευκα δόντια.
-Είσαι γοητευτικό αγόρι, αλλά δε σου πέφτω λίγο μεγάλη;
-Είσαι μεγάλη μόνο αν εσύ το νομίζεις. Εγώ μπροστά μου βλέπω μια πανέμορφη, σαγηνευτική γυναίκα χωρίς ηλικία.
Ο καλός θεός Έρωτας ήταν μαζί του.
-Με λένε Λιν, του είπε.
Την είχε σίγουρα ξαφνιάσει ο ευθύς τρόπος του και σαν να μην πίστευε στον ίδιο της τον εαυτό, κάθισε δίπλα του. Του είπε ότι ήταν πλασιέ καλλυντικών κι ότι γύριζε από τον ξενώνα των κοριτσιών μιας αδελφότητας που είχε πάει να τους δείξει κάποια καινούρια προϊόντα. Οι σακούλες που κουβαλούσε ήταν γεμάτες απ' αυτά. Κατόπιν ρώτησε:
-Εσένα, πώς σε λένε;
Με λένε Αλέξανδρο και είμαι απόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
-Α! ναι; Και που είναι ο Βουκεφάλας σου; τον ρώτησε.
Το δεύτερο βέλος είχε βρει το στόχο του. Ήταν και μορφωμένη ή τουλάχιστον διαβασμένη.
-Τον έχω πάει να του αλλάξουν πέταλα, της είπε.
Χαζογελούσαν κι οι δυο. Ήταν ένα τέλειο μεσημέρι. Όσο του μιλούσε, αυτός ήθελε να την αρπάξει και να φιλήσει απαλά τα πλούσια χείλη της. Του είπε ότι ήταν 34 χρόνων. Της είπε ότι ήταν 28. Τον κοίταξε και του είπε:
-Κοίταξε Έλληνα. Αν θες να τα πάμε καλά, τέρμα τα ψέματα.
Το τρίτο βέλος βρήκε διάνα. Η Λιν είχε και προσωπικότητα.
-Εννοώ... ε... ήθελα να πω 23.
-Πολύ καλύτερα, του είπε.

📖

Ο Αλέξανδρος σαν σφουγγάρι ρουφούσε τα λόγια της. Του μιλούσε με νοσταλγία για περασμένες δόξες κάτω απ' το έντιμο φως μιας λάμπας. Όχι ενός προβολέα. Τον καθήλωναν οι ιστορίες της. Τότε που ο Δημήτρης Χορν ήταν ένα πρωτόβγαλτο παιδί. Μπήκε μες στο πετσί αθώων εποχών που το ταλέντο μόνο και το ήθος μετρούσαν. Εποχών που οι άνθρωποι ήταν αγνοί και οι προθέσεις τους ακόμα αγνότερες. Περπάτησαν νοερά μαζί τα αδούλωτα στενά της Πλάκας και της παλιάς καλής Αθήνας, μακριά από επιγραφές «νέον» και φορτωμένες κιτς βιτρίνες μαγαζιών. Εκεί που είχαν περιπλανηθεί ρήτορες και τροβαδούροι. Εκεί που οι πλακιώτικες κιθάρες ζούσαν μόνο για σερενάτες κάτω από ανθισμένα μπαλκόνια, στο φως ενός εχέμυθου φεγγαριού. Στα δρομάκια που οι ερωτευμένες καρδιές έδιναν όρκους αγάπης και κλεφτά φιλιά μακριά από τ' αδιάκριτα μάτια του πολιτισμού. Η Ζανίνα τού έδειξε τους ανθρώπους του μόχθου και της αξιοπρέπειας. Καστανάδες. Λούστρους και λατερνατζήδες. Στα λόγια της αντηχούσαν καμπανάκια απ' τις άμαξες, το τίναγμα των κουρελούδων απ' τα μπαλκόνια και περβάζια και οι φωνές των μικρών παιδιών που έπαιζαν στις αλάνες. Του έβαλε και τα δισκάκια που φύλαγε σαν κόρη οφθαλμού, να παίζουν σ' ένα παλιό φιλάσθενο πικάπ, που έπνεε τα λοίσθια, αλλά άντεχε. Ένιωσε τόσο «εκλεκτός» γι' άλλη μια φορά. Το υπέρτατο δώρο, όμως, ήταν όταν άκουσε το Γούναρη να τραγουδάει το «Κάιρο». Η τέλεια ταύτιση. Θα ήθελε να είχε ζήσει στην εποχή των τροβαδούρων κι αυτός. Την εποχή των περασμένων αλλά ποτέ πεπερασμένων!

Τα βιβλία του Γαβριήλ Αλεξάνδρου, Χωρίς αερόσακο και Χάριτας, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ιωλκός. Περισσότερα για το Χάριτας θα βρείτε εδώ και για το Χωρίς αερόσακο εδώ.

Περισσότερα από/για τον Γαβριήλ Αλεξάνδρου:
Χωρίς αερόσακο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Άννα ΓαλανούΓιώργος ΓιαντάςVictoria HislopΜιχαήλ ΆνθηςΣτέλιος ΚανάκηςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Όλγα Κανελλοπούλου-ΝτινοδήμουΓιάννης ΦιλιππίδηςΈλενα ΑκρίταΦώτης ΣιμόπουλοςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΒασίλης Τσικάρας
Συλλογή διηγημάτωνΧριστόφορος ΤριάντηςΣτέλιος ΜοίραςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΘανάσης ΛιακόπουλοςΓιάννης ΜπερούκαςΘεόφιλος Γιαννόπουλος