ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους: Μυθιστορήματα: Το θηρίο στο πιάνο * Η εξόριστη πριγκίπισσα * Τα κορίτσια πίσω από τη χαραμάδα * Εγώ, ο Σίμος Σιμεών * Το κορίτσι από τη Γερμανία * Ο θάνατος του συλλέκτη * Στεφάνι για εννέα μούσες * Η σκιά * Μυρωδιά από σανίδι * Μες στη νύχτα του κόσμου * Ποτέ δεν θα σ' αφήσω * Ματωμένη Κυριακή * Στα μονοπάτια του έρωτα * Περίμενέ με, θα γυρίσω * Το μεγαλείο της ψυχής * Θύελλα στη Μακεδονία (ιστορικό θρίλερ) * Της πλατείας τα μυστικά * Γιατί; * Ωρέλια * Το ρ της ερωμένης * Ξεχασμένο άλογο

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Φθινοπωρινή δολοφονική βροχή

Γράφει ο Πέτρος Βαζακόπουλος
Όλα άρχισαν με ένα περίεργο βουητό.
Είχε πάρει το αμάξι της και κοίταζε το ηλιοβασίλεμα σε ένα ύψωμα.
Από κάτω γκρεμός και μετά η άγρια θάλασσα.
Στο χέρι της κρατούσε ζεστό καφέ που είχε ετοιμάσει από το σπίτι μέσα σε θερμό και καθώς τον άνοιξε η μυρωδιά πλημμύρισε το εσωτερικό του αυτοκινήτου.
Την διαπέρασε η δυνατή γεύση του νοιώθοντας μια μικρή ανατριχίλα στο σώμα της.

Να κοιτά τον ορίζοντα που διαχωριζόταν με τη θάλασσα με μια οριζόντια πινελιά.
Χαμογέλασε και δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα άλλο.
Ένοιωθε μια ολοκληρωμένη μικρή σφαίρα χαμένη στο σύμπαν.
Όλα ήταν τακτοποιημένα τώρα και η ζωή της θα κύλαγε όμορφα.

Κοίταζε τα σύννεφα να παίρνουν σχήμα, αργά, σε μια μορφή, σα κάποιος θεός να την κοιτάει επίμονα στα μάτια.
Μαυρίλα μαζεύτηκε και τώρα δίπλα από τη μορφή εκείνη μέσα στα σύννεφα, εμφανίστηκαν στρόβιλοι γύρω του με κεραυνούς να τους συνοδεύουν.
Το ηλιοβασίλεμα είχε πεθάνει.

Μαύρες πηχτές στάλες άρχιζαν να σκοτώνουν το φως βάφοντας την ατμόσφαιρα με γκρι μπογιά.
Οι αστραπές άστραφταν δίνοντας ένα λιγοστό φως σε μερικές στιγμές για να εξαφανιστούν ξανά στο τίποτα.

Πέταξε τον καφέ από το χέρι της καθώς είχε τρομάξει από την βίαιη αλλαγή του σκηνικού.

Χοντρό χαλάζι άρχιζε να πέφτει και να κάνει εκείνο τον χτύπο πάνω στο μεταλλικό σκελετό του αυτοκινήτου σα κάποιος να του δίνει μια γερή κλωτσιά.
Μία άλλη τεράστια παγωμένη χαλαζόμπαλα έπεσε στο παρμπρίζ, το τρύπησε και πήγε και έκατσε στη θέση του οδηγού.

Το κοίταξε με απορία καθώς δεν είχε δει ποτέ της κάτι παρόμοιο από τόσο κοντά, μα καθώς πήγε να το πιάσει, αυτό έσκασε και από μέσα του βγήκαν χιλιάδες μικρά έντομα και την τσίμπησαν.

Τρελαμένη και σε κατάσταση πανικού, άρχιζε να τα διώχνει και να τα σκοτώνει πανικοβλημένη.

Γύρω της μαζεύτηκε μια ομίχλη και έβλεπε από μακρυά τις αστραπές να φωτίζουν τους κεραυνούς.
Παρατήρησε εκείνη τη στιγμή ότι όσο οι αστραπές φώτιζαν τον ουρανό, τόσο οι ανεμοστρόβιλοι πλησίαζαν σε αυτήν.

Η ομίχλη πύκνωσε και άρχιζε να μπαίνει στο αυτοκίνητο από την τρύπα στο παρμπρίζ που είχε προκληθεί από εκείνο το πράγμα που είχε πέσει από τον ουρανό.
Κάτι που σίγουρα δεν ήταν χαλάζι.
Προσπάθησε να βάλει μπροστά, γυρνώντας το κλειδί στη μηχανή, αλλά μάταια.
Η μηχανή μούγκριζε σα κρυωμένος γέρος, προσπαθώντας να βγάλει εκείνο το πηχτό πράγμα που είχε καθίσει στο λαιμό.

Προσπάθησε μια, δυο, τρεις φορές, αλλά μάταια, άφησε λίγα λεπτά να περάσουν και μετά ξαναπροσπάθησε.
Ήταν τόσο απελπισμένη που κόντεψε να σπάσει το κλειδί και να μείνει το μισό μέσα στην εγκοπή.

Στα νεύρα της χτύπησε το τιμόνι και κατά συνέπεια την κόρνα και αυτό που είδε μπροστά της να την κοιτά μέσα από την ομίχλη την πάγωσε.
Δυο κόκκινα μάτια να την κοιτούν.
Την κοιτούσαν με το βλέμμα που έλεγε, σε ξέρω.

Αυτό που την κοίταγε, πλησίασε κι άλλο και μετά εξαφανίστηκε.

Πίσω του στον ορίζοντα είδε τους ανεμοστρόβιλους να έχουν φτάσει στο μισό της απόστασης.
Η θάλασσα από κάτω να έχει φουσκώσει υπερβολικά και να έχει ανέβει σε ύψος τόσο πολύ που ήταν σχεδόν αδύνατο υπό αληθινές συνθήκες να την φτάσει σε αυτό τού ύψος που βρισκόταν.

Τώρα όμως γινόταν πραγματικότητα και το κύμα άρχιζε να σκάει λίγο μπροστά από το αυτοκίνητό της.

Η ομίχλη που είχε εισβάλει μέσα στο αμάξι την πλησίασε και την έκαψε στο χέρι, εκεί δίπλα που την είχαν τσιμπήσει τα έντομα, κάνοντας την αίσθηση πιο έντονη.
Σε εκείνο το σημείο την είχε κυριεύσει ο πανικός και έκανε μια κίνηση να ανοίξει την πόρτα.
Λες και κάτι βρισκόταν από την εξωτερική μεριά και την εμπόδιζε να βγει.
Προσπάθησε μία, δυο, τρεις φορές και στην τέταρτη η πόρτα, άνοιξε διάπλατα.
Η κοπέλα κόντεψε να πέσει στο χώμα καθώς την κράτησε η ζώνη ασφαλείας, σα να της έλεγε το αμάξι, δε πας πουθενά εδώ μαζί μας θα κάτσεις να δεις όλο το έργο, μόλις διαλυθεί η ομίχλη πάνω σου...
Κοίταξε το σημείο που είχε ασφαλίσει η ζώνη και η ομίχλη είχε αρχίσει να το διαβρώνει.

Τόλμησε για μια στιγμή, έπιασε το χερούλι, το τράβηξε και στην επόμενη στιγμή, άνοιξε.

Βγήκε αφύσικα από το αμάξι πέφτοντας με τα χέρια στο χώμα.
Πίσω της άκουσε ένα μεγάλο κρότο και όταν γύρισε, είδε τα κύματα να έχουν φτάσει σε ένα τεράστιο ύψος και οι στρόβιλοι να είναι σε απόσταση αναπνοής.

Το ύψωμα είχε μεταμορφωθεί σε λιμάνι τώρα, έτοιμο να την πνίξει με τα κύματα να σκάνε πιο δυνατά στο βράχο που πριν λίγο ήταν ύψωμα.

Όταν είχε φύγει, είχε σκοπό να δει το ηλιοβασίλεμα, να νοιώσει τη γαλήνη, μαζί με τη θέρμη του καφέ να διαπερνά το σώμα της.
Θυμόταν τον ήλιο να βουλιάζει στη θάλασσα και τη ζέστη από το κύπελλο που διαπερνούσε το δέρμα της πηγαίνοντας κατευθείαν στο μυαλό της σα αίσθηση ευχαρίστησης.

Τώρα είχαν χαθεί όλα αυτά και τα βασικά ένστικτά της είχαν μπει σε λειτουργία και την ωθούσαν στην ασφάλεια.
Γύρισε να φύγει από το δρομάκι που είχε έρθει και ένα κύμα πήγε να την αρπάξει σαν υδάτινο χέρι.
Καθώς κατέβαινε γλίστρησε και κατρακύλησε παρασυρόμενη από τα νερά που έτρεχαν με δύναμη προς τα κάτω ωθούμενα από τη βαρύτητα να συγκεντρώνονται σε ένα σημείο.

Εκεί μέσα έπεσε μέχρι τη μέση του σώματός της και ένοιωσε το κρύο νερό να την παγώνει.
Βγήκε από τη κρύα λάσπη με προσπάθεια, στάθηκε στα πόδια της και γύρισε πίσω της να κοιτάξει το ονειρικό μέρος που είχε παρκάρει το αυτοκίνητό της για να αντικρίσει ένα απίθανο θέαμα.

Το μικρό αμάξι της το συνέθλιβαν τα στοιχεία της φύσης που είχαν μεταμορφωθεί σε γροθιές καθώς το χτυπούσαν τώρα τα κύματα από όλες τις μεριές και ο άνεμος συνωμοτούσε σα λυσσασμένο αγρίμι που γρατζούναγε τη λαμαρίνα. Η ομίχλη που πριν είχε εισβάλει στο αμάξι είχε αρχίσει να το διαβρώνει και έσπαγε τα τζάμια από μέσα.
Τη λύσσα και μανία για το αμάξι συμπλήρωναν οι τυφώνες που το είχαν πλησιάσει και τώρα άρχιζαν να το σηκώνουν στον αέρα και με την κίνηση αυτή φάνηκε ένα τέρας με κόκκινα μάτια να το σηκώνει στα χέρια του.

Με τη βοήθεια του ανέμου το διαλυμένο αμάξι ανέβηκε και στριφογύρισε δεκάδες μέτρα από το έδαφος και οι λαμαρίνες άρχιζαν να ουρλιάζουν και υλικά να πετάγονται καθώς πετάχτηκε με μια κίνηση προς το μέρος της σε μια προσπάθεια να την συνθλίψει.

Κοιτώντας το να πηγαίνει προς τα πάνω της και να τη σκεπάζει με τη μαύρη σκια του έτοιμο να την λιώσει, αντίκρισε πίσω στο λόφο που πριν είχε παρκάρει όλα τα στοιχειά που την κυνηγούσαν.
Καθόντουσαν μαζί και την κοιτούσαν, έτοιμα να χυμήξουν όλα μαζί, με κόκκινα μάτια να παραμονεύουν να φάνε και την τελευταία της σάρκα αφού το αμάξι αποτελειώσει τη δουλειά.

Το μεταχειρισμένο αμάξι που είχε αγοράσει με τις οικονομίες της σήμαινε πολλά για αυτή.
Δεν ήταν τέλειο αλλά της έκανε τη δουλειά της.
Το αγαπούσε αυτό το αμάξι και τώρα το έβλεπε στον αέρα έτοιμο να την λιώσει και να γίνει η ταφόπλακά της.

Όταν έσκασε δίπλα της έκανε ένα τεράστιο ήχο καθώς έσκασε πάνω στα νερά και τα παραμέρισε σα κύμα.

Σαστισμένη κοίταζε το καημένο το αμάξι της να έχει διαλυθεί και να είναι πλέον ένα μάτσο παλιοσίδερα.

Οι ελπίδες της είχαν χαθεί γενικότερα από τη ζωή και αφού είχε χάσει τη δουλειά της η κατάθλιψη άρχιζε να δείχνει τα σημάδια της.
Με το που πήγε εκείνη τη μέρα σπίτι της και είπε τα νέα στο φίλο της το μόνο που πήρε ήταν μια κρύα αγκαλιά συμπαράστασης, για να έρθει μετά από μια βδομάδα να της πει να χωρίσουν.

Είχε βρεθεί εκτός άμυνας καθώς ήταν κάτι που δεν περίμενε και πίστευε ότι θα είχε ένα τελευταίο οχυρό να κρατηθεί.
Όμως, όλα τα οχυρά, πέφτουν στο τέλος.

Αποφάσισε ότι ήθελε να μείνει μόνη και του το είπε με ένα μαχαίρι στο λαιμό.
Αυτός παραπάτησε, σαστισμένος και όπως ήταν όρθιος βρήκε μια καρέκλα πίσω του που τον εξανάγκασε να καθίσει.
Έτσι και αυτός μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, κάθισε και ένοιωθε το αίμα να κυλά από τη σχισμή του λαιμού του, σιγά να σβήνει.
Με το αίμα του να παγώνει.

Ένοιωσε μια απίθανη ευχαρίστηση που είχαν έρθει έτσι τα πράγματα και για κάποιο λόγο σκεφτόταν ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για αυτό που ένοιωθε.
Η μετατόπιση ευθύνης είναι πολύ καλό πράγμα, σκέφτηκε και χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από λίγο καιρό.

Η κατάθλιψη είχε σχεδόν φύγει, τώρα ήταν η ώρα που έπρεπε να πάει μια βόλτα.

Έφτιαξε ζεστό καφέ να πάρει μαζί της, πήρε τα κλειδιά του αμαξιού, μία ζακέτα για να μη κρυώνει και πριν κλείσει την πόρτα του διαμερίσματος είπε.

-Αγάπη πάω μια βόλτα να ξεσκάσω, τα λέμε μετά, φιλιά.

Η πόρτα έκλεισε και το αίμα άρχιζε να πήζει και το δέρμα να γίνεται χλωμό με τα μάτια να κοιτάνε στον ουρανό.
Κάποια στιγμή το νεκρό σώμα σηκώθηκε και την ακολούθησε αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή πίσω του.

Ο δρόμος προς το ακρωτήρι ήταν υπέροχος και ανυπομονούσε να φτάσει και να απολαύσει τον καφέ της, να καίει τα χείλη της.
Εκεί θα κοίταζε τον γαλάζιο ουρανό και θα σκεφτόταν ότι έγραφε πάνω του και θα άρχιζε μια νέα ζωή.

Άρχιζε να ψιχαλίζει, μα αυτό δε την σταμάταγε.

Τίποτα δε θα στεκόταν ενάντια στα όνειρά της.

Ανάσαινε όλο και πιο γρήγορα.
Ο άνεμος της κρατούσε συντροφιά με το κρύο πάνω της σα πέπλο να την καλύπτει.
Τα στοιχειά της φύσης για κάποιο λόγο είχαν σταματήσει να την καταδιώκουν και τώρα μπορούσες να ακούσεις την ηρεμία που κυριαρχούσε γύρω της.
Όπως στο μάτι του κυκλώνα.

📖

Copyright © Πέτρος Βαζακόπουλος All rights reserved, 2017
Το συνοδευτικό κολάζ δημιουργήθηκε από τμήματα πίνακα που βρέθηκε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τζίμμυ ΚορίνηςΚώστας ΚρομμύδαςΙωάννα ΔαμηλάτηΠαναγιώτης ΚωνσταντόπουλοςΘεόδωρος ΘεοδωρήςΠέτρος ΦούρναρηςΣίσσυ Σιγιουλτζή-Ρουκά και Γιώργος Ρουκάς
Βαγγέλης ΓιαννίσηςΙσμήνη ΧαρίλαΕιρήνη ΒαρδάκηΜαγδαληνή ΘωμάNicci FrenchΝίκος ΙατρούΑγγελική Κακανιάρη
Κώστας ΡαμπόταςChevy StevensΑσημίνα ΣτασινοπούλουΒάσω Ζαφειροπούλου
Μαρία ΚαλύβαΈφη Καγξίδου και Λίνα ΣπεντζάρηΣτάθης Νικολαΐδης