Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Η υπόθεση του ταλαντούχου ηθοποιού [15 και 16]

Μια περιπέτεια του Αντώνη Γιοφύρη

Γράφει ο Γιώργος Ζώτος
ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΜΟΥ
16 Ιουλίου 08:30

Καθώς περίμενα να γίνει ο καφές πήρα πρώτα τηλέφωνο τον Μπάκα για να του πω για το κινητό που πήρε η Όλγα τον Μαστρογιάννη. Τον ρώτησα αν είχε κάνει ή λάβει και άλλες κλήσεις εκτός από αυτές που μου είχε πει.

-Για να δω μια στιγμή… Εγώ σωστά στα είπα… Καμία κλήση δεν έκανε, μόνο τις δύο που έλαβε από τον σκηνοθέτη. Ένα κινητό υπήρχε στο δωμάτιο, κι αυτό ήταν καταχωρημένο στο όνομα του. 

Του έδωσα το νούμερο που μου είχε πει η Όλγα.

-Εγώ έχω και άλλον ένα αριθμό κινητού. Μια Ουκρανή μου τον έδωσε που είχαν πάρε δώσε.
-Καλά κι επειδή μια Ουκρανέζα σου είπε ότι αυτό είναι το κινητό του, εμείς θα τρέχουμε πέρα δώθε στις εταιρείες με τα εντάλματα να ψάχνουμε κάθε μια κλήση. Κι αν αύριο σου δώσει άλλο κινητό μια Κογκολέζα; Θα τρέχουμε να εξακριβώσουμε κι αυτό;
-Γιώργο, είπα επιστρατεύοντας όση ψυχραιμία μου απόμεινε, καλά θα κάνεις να το ψάξεις. Η κοπέλα φαίνεται αξιόπιστη.
-Αγαπούλα, πολύ με μπερδεύεις. Ποια είναι αυτή η Ουκρανέζα που λες; Πώς συνδέεται με τον Μαστρογιάννη; Πού την πέτυχες εσύ; Γιατί δεν βγαίνει να μιλήσει σε μας; 
-Καλά άστο, είπα στωικά, ίσως και να παιδευόμαστε άδικα. Στο μεταξύ μια ερώτηση μεταξύ μας: Για τα λεφτά της παντρευόταν ο Μαστρογιάννης; Ξέρεις αν είχε χρέη;
-Εδώ που τα λέμε θέλει και ρώτημα; Γιατί να αρραβωνιαστεί ένα καρακατσουλιό σαν τη Μαυρογένους ενώ είχε όλες τις γκόμενες στα πόδια του; Εγώ τουλάχιστον δεν βλέπω άλλο λόγο. Πάντως αυτός σκόρπαγε τα λεφτά αβέρτα. Τελευταία βέβαια ήταν μαζεμένος αλλά υποτίθεται ότι αρραβωνιάστηκε και σοβάρεψε. Ούτε με τζόγο νομίζω ότι ήταν μπλεγμένος, μπα!
-Ωραία γιατί σκέφτομαι να την στριμώξω λίγο σήμερα.

Σχεδόν είδα τον Μπάκα να πετάγεται από την καρέκλα του και να ουρλιάζει στο τηλέφωνο:

-Πόσες φορές πρέπει να στο πω, άσε ήσυχη τη Μαυρογένους. Ο μπαμπάς της μπορεί να σε στείλει να μαζεύεις πατάτες στη Γουαδελούπη και να λες ευτυχώς που σε συμπάθησε. Ήδη από την εισαγγελία μου είπαν να προσέχω πολύ πως θα βγει παραέξω αυτή η υπόθεση.

-Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να την ενοχλήσω.
-Αν ακούσω το παραμικρό για σένα θα σε βάλω μέσα μέχρι να κλείσει η υπόθεση. 
-Δυστυχώς το πιστεύω, του είπα και έκλεισα το τηλέφωνο.

Έβαλα σε μια κούπα λίγο καφέ και σκέφτηκα πως θα αντιμετωπίσω την μαύρη θύελλα. Ίσως να ήταν καλύτερα να περνούσα από το χωριό της Μαρίας να ακούσω τι θα μου έλεγε και μετά να ορμήσω στη μαύρη χήρα.
Οπότε ξεκίνησα για την Κάτω Ραχούλα, χωρίς διερμηνέα και λεξικό.

📌

ΚΑΤΩ ΡΑΧΟΥΛΑ (ΧΩΡΙΟ ΜΑΡΙΑΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ)
16 Ιουλίου 10:42

Το λεωφορείο της Κάτω Ραχούλας σταματάει στην είσοδο του χωριού όπου υπάρχει μια πλατεία και μπορεί να κάνει επιτόπου στροφή για να επιστρέψει. Το σπίτι της Μαρίας ήταν το προτελευταίο του χωριού αριστερά και μέχρι να φτάσω εκεί η όλη διαδικασία μου θύμισε πασαρέλα. Όλο το χωριό ήταν παρατεταγμένο δεξιά κι αριστερά και κοιτούσε το παλικάρι, εμένα δηλαδή, που πήγαινα να βρω τη Μαρία. Ο Μπάκας αν το μάθαινε δεν θα το ‘χε σε τίποτα να μου κολλήσει κάνα παρατσούκλι: «ο αγαπητικός της βοσκοπούλας». Χτύπησα γρήγορα την πόρτα, και εξαφανίστηκα μέσα στο σπίτι αστραπιαία. Η Μαρία ήταν πολύ καλύτερα από την προηγούμενη φορά κι αυτό μου έφτιαξε τη διάθεση αρκετά.

-Καλημέρα, της είπα αφού ήδη είχα μπει μέσα.
-Καλημέρα, είπε κι εκείνη και μου χαμογέλασε. Να φτιάξου καφέ;
-Φτιάξε έναν, ό,τι θες με λίγη ζάχαρη.
-Θα σι φτιάξου φραπέ. Νταξ;
-Νταξ! Ευχαριστώ!

Καθώς περίμενα στο σαλόνι, είδα μια φωτογραφία ενός ζευγαριού που κρατούσαν ανάμεσα τους ένα μικρό κοριτσάκι, τη Μαρία προφανώς.

-Οι γονείς σου; Ρώτησα. Δεν είναι εδώ;
-Είναι στου χουράφ’, απάντησε από την κουζίνα η Μαρία, όπου να ‘ναι θα ‘ρθουν.

Μπήκε μέσα με τον καφέ μου και καθίσαμε στον καναπέ. Αφού ρούφηξα μια γερή γουλιά ξεκίνησα τις ερωτήσεις:

-Να σε ρωτήσω κάποια πράγματα που δεν σε ρώτησα την προηγούμενη φορά;
-Φχαρίστως να σ' απαντήσω, ρώτα μι ότ' θες.
-Θα ήθελα να μου πεις πως βρήκες το σπίτι το πρωί που πήγες να καθαρίσεις, ήταν κλειδωμένο;
-Του λοιπόν, η πόρτα ήταν κλειστή αλλά όι σφαλισμέν', πάντα έτσ' την έβρισκα δηλαδής. 
-Και όταν μπήκες μέσα τι είδες;
-Σα μπήκα μέσα είδα θρύψαλα παντού, ακόμα κι όξω από τη κρεβατοκάμαρα είχαν φτάσ', δεν μ' άρσε αυτούνο. Φώναξα: Κυρ Μάρκελλε… τίπτις, ξαναφώναξα… τίπτις, ο κύριος μου είχε πει να τουν ξυπνήσ' μόλις πάου, κι άλλες φουρές μι το' λεγε όταν είχε προυινό γύρισμα, κι πήγα προς τα κει. 
-Η πόρτα του δωματίου του ήταν ανοιχτή;
-Ναι, ανοιχτή. Είδα τουν κύριου, πιο πουλύ τα ποδάρια τ' είδα δηλαδή, στου κρεβάτ' αχνά γιατί του φως απ' όξω δεν έφτανε μέχρι πάνου στου κρεβάτ', κι η λάμπα της κάμαρας δεν άναβε, ήντουνε κι το παντζούρ' κατιβασμένου κι πήγα μέχρι του κομοδίνου που 'χε του πουρτατίφ. 
-Μια στιγμή, μια στιγμή. Θες να πεις ότι δεν είχε φως μέσα στο δωμάτιο και καθώς το φως του διαδρόμου δεν έφτανε να φωτίσει παρά μόνο τα ποδάρ… τα πόδια του Μάρκελλου έφτασες μέχρι το κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι για να ανάψεις το πορτατίφ;
-Ναι ντε! Σάμπως σίμωνα κάτι πήρ' του μάτι μ' πάνου στου στήθους τ', αλλά διν πήγε του μυαλό μ' και μούλις άναψα του πουρτατίφ… τότενες, αχ τότενες είδα τον κυρ Μάρκελο έτσ'. Έκανε μια κίνηση σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά, έβαλε και το ένα χέρι στο μέτωπο της σαν να κρατούσε μια πετσέτα. Είχε μια πιτσέτα στου πρόσωπου τ', του μαχαίρ' καρφωμένου μπροστά τ' κι του κρεβάτ' τίγκα στου αίμα. 
-Άσχημο θέαμα, παραδέχτηκα.
-Σκιάχτηκα, έβαλα τις φουνές, δεν ήξερα τι να κάνου. Είχε στεγνώσ’ του στόμα μ’. Να, κει δα ήτανε που ήπια του νερού, αχ τι έκανα… Μιτά πήρα τηλέφουνο του εκατό κι όταν μου είπαν να μην πειράξου τίπτις θυμήθ’κα του πουτήρ’ κι πήγα κι του ξέπλυνα.
-Φαντάζομαι ότι ξέρεις ότι το ποτήρι ήταν ένα πολύ ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον της κυρίας Ηρούς.

Τα μάτια της Μαρίας κοίταξαν χαμηλά. Κάτι πήγε να πει, το μετάνιωσε όμως και απλά κούνησε προς τα κάτω το κεφάλι της.

-Τι γνώμη έχεις για την κυρία Ηρώ;
-Καλή κυρά είναι, εγώ την συμπαθάω πάρα πουλύ, βίβαια δεν την έβλεπα κι κάθε μέρα αλλά πάντα ήντουνε ευγενικιά, πάντα μι τον καλό του λόγου. 
-Δηλαδή, δεν πιστεύεις ότι μπορεί η κυρία Ηρώ να σκότωσε τον Μάρκελλο;
-Α πα πα! Απουκλείεται να τουν σκότουσε ‘κείνη. Καλέ η κυρά τον αγαπούσε, είναι δυνατόν; Όι όι, με τίπτις. Και μην του πείς στην αστυνουμία για του ποτήρ' και νομίζ' ότι του κανε 'κείν'. Σε ικετεύου!
-Εσύ εκείνο τα βράδυ τι έκανες; Που ήσουν;
-Κοιμόμουν σπίτ' ούλη νύχτα. 
-Αλήθεια για πες μου: Πόσα κινητά είχε ο κύριος σου; Θυμάσαι αν μιλούσε με όλους με το ίδιο κινητό;
-Εγώ ήξερα του ένα κινητό τ’. Όμως τον είχα δει να έχει δυο κινητά μαζί τ’.
-Τα είδες πουθενά μέσα στο σπίτι αυτά τα δύο κινητά;
-Τώρα που το λες είδα του ένα πάν’ στου κομοδίνου, αλλά τ' άλλο, αυτούνο που μι ‘παιρνε τηλέφωνο μένα, πουθινά. Είν' κακό αυτούνο;
-Δεν ξέρω αν είναι κακό Μαρία, σίγουρα όμως είναι παράξενο. 

Είχα φτάσει στις δύσκολες ερωτήσεις τώρα και δεν ήξερα πως ακριβώς να της το φέρω.

-Μαρία; Ρώτησα κοιτώντας τη στην μάτια.
-Ναι; 
-Σου έκανε ποτέ ο κύριος σου κάποια πρόταση… έβηξα σταματώντας και ελπίζοντας ότι θα είχε καταλάβει, όμως εκείνη εξακολουθούσε να με κοιτάει με ορθάνοιχτα γεμάτα απορία μάτια. Κάποια πρόταση που δεν ήταν σωστή, ηθικά περισσότερο…

-Τι εννουείς, Αντών’;
-Εννοώ, ας το πάρουμε απ’ την αρχή. Σου είπε ποτέ ο κύριος να γυρίσετε καμιά ταινία, να γίνεις ηθοποιός; Σε πήγε ποτέ στο στούντιο που δούλευε;

Χαμήλωσε τα μάτια και διστακτικά και καθόλου πειστικά είπε:

-Όι, όι πουτέ.
-Δεν πήγες ποτέ στο στούντιο; Ο σκηνοθέτης σε θυμάται, είπα ποντάροντας ότι ο Μάρκελλος μόνο αυτό το «βλαχαδερό» ήξερε.

Η Μαρία ήταν φανερό ότι δεν αισθανόταν βολικά πια. Από το χαμογελαστό κορίτσι που μου είχε ανοίξει μέχρι το σκυθρωπό πλάσμα που ήταν τώρα η διαφορά ήταν τεράστια.

-Δεν πήγα, όι, δεν ξέρου κανέναν κει δα!

Βέβαια ο τρόπος που το έλεγε ήταν σαν να έλεγε ακριβώς το αντίθετο. Δεν χρειαζόταν άλλο για να βεβαιωθώ για το πόσο κτήνος ήταν ο Μαστρογιάννης και πάνω απ’ όλα δεν χρειαζόταν να ταλαιπωρώ και την Μαρία με τέτοιου είδους ερωτήσεις.

-Μαρία, σ’ ευχαριστώ πολύ, είπα, έμαθα ό,τι ήθελα να μάθω.

Η ανακούφιση στο πρόσωπο της φάνηκε αμέσως. 

-Ελπίζω να βουήθησα, μου είπε προσπαθώντας να χαμογελάσει.
-Πολύ, της είπα, σ’ ευχαριστώ και πάλι.

Έφυγα σχεδόν τρέχοντας για να αποφύγω τα ζευγάρια μάτια που με κοιτάζανε δεξιά κι αριστερά μου. Επόμενη στάση στο μπαράκι που αυτήν την ώρα θα έχει ησυχία για να μιλήσουμε λίγο ήρεμα. Αν και, εδώ που τα λέμε, δεν περίμενα να μάθω και κάτι ενδιαφέρον ή κάτι ανατρεπτικό για την υπόθεση.



Copyright © Γιώργος Ζώτος All rights reserved

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τζίμμυ ΚορίνηςΘοδωρής ΠαπαθεοδώρουΙωάννα ΔαμηλάτηΘεόδωρος ΘεοδωρήςΠοιητική συλλογή, Ευρυδίκη Σιγαλού, Σαββατολουσμένη μουΠέτρος ΦούρναρηςΣίσσυ Σιγιουλτζή-Ρουκά και Γιώργος Ρουκάς
Πασχαλία ΤραυλούΙσμήνη ΧαρίλαΕιρήνη ΒαρδάκηΘεόδωρος ΊνταςNicci FrenchΝίκος ΙατρούΣτέλιος Ανδρεάδης
Κώστας ΡαμπόταςΆπαντα Κωνσταντίνου ΚαβάφηΑσημίνα ΣτασινοπούλουΒιβλίο-μαρτυρία του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη
Μαρία ΚαλύβαΈφη Καγξίδου και Λίνα ΣπεντζάρηΣτάθης Νικολαΐδης