Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Η καμπίνα 3

Γράφει ο Πέτρος Βαζακόπουλος
Βγήκε έξω ελεύθερη.
Πίσω της άφησε σχεδόν τα πάντα που μπορεί να κουβαλάει ένας ταξιδιώτης.
Άφησε τις έγνοιες τα προβλήματα και τις ευθύνες να χαθούν μακρυά.

«Και τι απέμεινε;» σκέφτηκε και γύρισε μια στιγμή πίσω να δει τι γινόταν.

Πίσω της το μισογκρεμισμένο σπίτι την κοιτούσε παράξενα σα τέρας με την σπασμένη στέγη και ό,τι απέμεινε από το ξύλινο περίγυρο να μοιάζει με στόμα που ανοίγει τα ξεριζωμένα δόντια του, έτοιμο να την κατασπαράξει.

Κοντά εκεί υπήρχε ένα δάσος που υποσχόταν πολλά...
«Μπορείς να κρυφτείς», της ψιθύριζε στο αυτί... μη φοβάσαι εδώ δε θα φαίνεσαι πουθενά και σε κανέναν.

Συνειρμικά γύρισε το βλέμμα της προς τις φυλλωσιές και το σώμα της έγινε ένα με το δάσος.

Κούρνιασε σα μικρό ζωάκι βρίσκοντας μια τρυπούλα στο έδαφος, απλώνοντας μερικά φύλλα για καμουφλάζ. Μέσα εκεί ένιωθε προστασία και ζεστασιά καθώς το φθινόπωρο ερχόταν.
Το έδαφος ανέδυε μια μυρωδιά σιγουριάς και μοναδικότητας.

Δεν ήθελε να σκέφτεται και κάπου αναπολούσε το παλιό της λημέρι, ήθελε να μένει εκεί κι ας ήταν και μισογκρεμισμένο.
Ήξερε ότι προέβαλε τους φόβους της αλλά αυτό το είχε συνηθίσει.
Της άρεσε κατά βάθος και είχε γίνει ένα με αυτό.
Ευχόταν να μην είχε φύγει ποτέ.

Έκλαψε και δάκρυα στα μάτια της έτρεξαν σε μια νοσταλγία των παλιών καλών ημερών.
Των ημερών που είχαν γίνει παραμύθι.

Με μια απότομη κίνηση, πέταξε τα φύλλα στον αέρα σηκώθηκε όρθια και με βήμα μεγάλο και σταθερό περπάτησε προς τα εκεί που είχε μπει μέσα στο δάσος σε μια προσπάθεια απόδρασης.

Δε το περίμενε όμως.
Να είναι για μια ακόμα φορά στο πουθενά.
Τα δέντρα είχαν αφεθεί στο χρόνο και είχαν πολλαπλασιαστεί και ψηλώσει, άλλα είχαν ξεραθεί και πέσει στο έδαφος από γηρατειά ενώ άλλα ξεμυτούσαν σα μικρά παιδάκια, ακολουθώντας τη διαδικασία της ζωής, παίρνοντας μια θέση και αυτά δίπλα στους πατεράδες και τους παππούδες τους.

Σε μια άλλη πραγματικότητα όπου τα δέντρα εκφράζονται, την κοίταγαν με λύπη.
Καθώς η φύση ξέρει ότι όλοι ανήκουν κάπου.
Και αυτή ανήκε σε αυτόν.
Αυτόν που ξεριζώνει το κάθε ζωντανό, που ξεραίνει κάθε ελπίδα και που ποδοπατά την αγάπη και το συναίσθημα.
Ήξεραν τα δέντρα αυτόν που είχε το κοινό όνομα του φόβου.

Και αυτή είχε χαθεί ανάμεσά τους.

🍂

Copyright © Πέτρος Βαζακόπουλος All rights reserved
Το συνοδευτικό κολάζ δημιουργήθηκε από τμήματα πίνακα της Tammie Dickerson (Green Forest, νεροχρώματα και ζεστό κερί) που βρέθηκε στο προσωπικό της blog

Διαβάστε επίσης:
Η καμπίνα
Η καμπίνα 2

Του ίδιου:
Σκιά
Σκοτεινή μνήμη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τζίμμυ ΚορίνηςΘοδωρής ΠαπαθεοδώρουΙωάννα ΔαμηλάτηΘεόδωρος ΘεοδωρήςΠοιητική συλλογή, Ευρυδίκη Σιγαλού, Σαββατολουσμένη μουΠέτρος ΦούρναρηςΣίσσυ Σιγιουλτζή-Ρουκά και Γιώργος Ρουκάς
Πασχαλία ΤραυλούΙσμήνη ΧαρίλαΕιρήνη ΒαρδάκηΘεόδωρος ΊνταςNicci FrenchΝίκος ΙατρούΣτέλιος Ανδρεάδης
Κώστας ΡαμπόταςΆπαντα Κωνσταντίνου ΚαβάφηΑσημίνα ΣτασινοπούλουΒιβλίο-μαρτυρία του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη
Μαρία ΚαλύβαΈφη Καγξίδου και Λίνα ΣπεντζάρηΣτάθης Νικολαΐδης