ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους: Μυθιστορήματα: Περίμενέ με, θα γυρίσω * Θύελλα στη Μακεδονία (ιστορικό θρίλερ) * Της πλατείας τα μυστικά * Γιατί; * Ωρέλια * Το ρ της ερωμένης * Ξεχασμένο άλογο * Το άγαλμα στη σοφίτα * Γυναίκες της μικρής πατρίδας * Τσίλι * Ο σιωπηλος Μπου * ΠουΣουΚού στη Σαλονίκη * Beer-O-Guest *** Κάποιες κληρώσεις έχουν καθυστερήσει λόγω διακοπών όμως οι αντίστοιχες φόρμες συλλογής συμμετοχών παραμένουν ανοιχτές. Θα γίνουν στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους: Θεατρικό: Άκουσε τα κύματα *** Ανθολογήσεις-λευκώματα: Dieci - το δέκα το καλό και ο ρομαντισμός στον αθλητισμό *** Νουβέλα: Σκόνη στο πρόσωπο *** Παραμύθια: Το όνομα της γάτας *** Ποίηση: Σαββατολουσμένη μου *** Διηγήματα: 23 * Sci-fi Διαγωνισμός 01

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της

Γράφει η Τζωρτζίνα Κουριαντάκη

−1−

Έκλεισε το τηλέφωνο σαστισμένη. Ίσως έπρεπε να περιμένει λίγο και θα ένιωθε κάτι. Οτιδήποτε θα ήταν προτιμότερο από αυτό το κενό. Τίποτα. Ήταν λοιπόν δυνατόν να μην ένιωθε τίποτα στο άκουσμα του θανάτου της ίδιας της της μητέρας; Είχε, λοιπόν, σκληρύνει τόσο πολύ ή μήπως έφταιγε το γεγονός ότι είχε περάσει πάνω από μία δεκαετία χωρίς καμία επικοινωνία;

Είχε αναρωτηθεί αμέτρητες φορές τι μπορεί να έφταιξε και τσακώθηκαν με τη μητέρα της. Τι μπορεί να πήγε στραβά. Για ποιο λόγο η μάνα της δεν προσπάθησε έκτοτε να την προσεγγίσει, να προσπαθήσει να τα ξαναβρούν. Χαμογέλασε πικρόχολα, σηκώνοντας ειρωνικά τα φρύδια. Λες και τα είχαν βρει ποτέ. Πόσο αντίθετα μεταξύ τους ήταν τα πιστεύω τους! Πόσο διαφορετικές, και επομένως αταίριαστες, οι δυο τους…

Δυο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες. Θα ορκιζόσουν ότι δεν είχαν τα ίδια γονίδια. Εμφανισιακά όμως, ήταν ολόιδιες. Στην εφηβεία ήταν που η Ρέα άρχισε να μοιάζει όλο και περισσότερο στη μάνα της. Όλοι τους το έλεγαν, θυμάται. Δυστυχώς όμως, θυμάται και την αντίδραση της μητέρας της. Τα ίδια λόγια κάθε φορά. «Η Ρέα δεν μου μοιάζει και τόσο. Δεν έχει γαλανά μάτια». Ναι, δεν είχε γαλανά μάτια. Είχε μελιά. Ήταν όμως μεγάλα, όπως της μαμάς της. Είχε το βλέμμα, το σώμα, το περπάτημα της. Είχε ξανθά, ως τους ώμους, ίσια μαλλιά, βαμμένα, όπως της μαμά της. Ήταν ψηλόλιγνη, ανοιχτόχρωμη, με λεπτά χαρακτηριστικά, αλλά όχι, δεν είχε γαλανά μάτια και ευτυχώς δεν είχε ούτε τον ίδιο χαρακτήρα.

Όχι, για τον κόσμο δεν ήταν κανένας παλιοχαρακτήρας η μητέρα της. Ούτε μεθούσε, ούτε την παραμελούσε, ούτε την ξεχνούσε στο σχολείο ή στα φροντιστήρια, όπως είχε δει άλλους γονείς να κάνουν. Δεν την πρόσβαλε ποτέ μπροστά σε άλλους, ούτε την παρατούσε μόνη στο σπίτι. Είχε διαβάσει και είχε ακούσει τόσα, για άλλες μητέρες που ξεχνούσαν τα παιδιά τους στο αμάξι, τα άφηναν νηστικά, κλειδωμένα στο σπίτι και έφευγαν, τα παρατούσαν στο δρόμο, τα κακοποιούσαν σεξουαλικά ή και τα σκότωναν ακόμα, οπότε μάλλον θα έπρεπε να θεωρεί εαυτόν τυχερό που η δική της μαμά αρκέστηκε σε άλλες συμπεριφορές, πιο ανώδυνες. Τουλάχιστον, αυτή ήταν ζωντανή και αρτιμελής.

Πολλές φορές το έκανε αυτό. Να συγκρίνει τη δική της κατάσταση με μία άλλη, χειρότερη. Να βρίσκει παρηγοριά στο γεγονός ότι ουσιαστικά, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα. Όμως, αλίμονο! Κάθε φορά κατάφερνε να παρηγορηθεί ελάχιστα. Μα πώς είναι δυνατόν να παρηγορηθεί κάποιος, βλέποντας τη δυστυχία του άλλου; Κι ύστερα, γιατί θα πρέπει να κάνουμε σύγκριση με κάτι χειρότερο και όχι με κάτι καλύτερο; Στο κάτω κάτω, προορισμός και προσδοκία του κάθε ανθρώπου θα έπρεπε να είναι η πρόοδος, η εξέλιξη, το ιδανικό.

Όχι, η Ξανθίππη απείχε πολύ από τον ορισμό του επιθέτου «ιδανική» -τουλάχιστον όταν μετά ακολουθεί το γεμάτο ιερότητα και αγάπη, ουσιαστικό «μητέρα». Όμως, αυτήν είχε γνωρίσει ως μαμά, αυτήν είχε ζήσει, αυτήν γνώριζε. Πώς ήταν τότε δυνατόν να μην πονούσε καθόλου, τώρα που έμαθε ότι εκείνη είχε πεθάνει;

–2–

Τώρα δηλαδή, είχαν τσακωθεί; Η μητέρα της, μόλις τής είχε κλείσει το τηλέφωνο θυμωμένη, κι εκείνη, αποσβολωμένη, προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε πάει στραβά και σ’ αυτήν τους την τηλεφωνική συνομιλία. Μάταια. Δεν είχε πει κάτι κακό, κάτι άσχημο, κάτι μεμπτό. Της είχε απλά παραπονεθεί επειδή δεν είχε πάει να την δει στη γέννα του δεύτερου παιδιού της. Απλά παραπονέθηκε. Ούτε φώναξε, ούτε την κατηγόρησε για κάτι. Άλλωστε, από μικρή είχε μάθει -και όχι με κομψό τρόπο- ότι έπρεπε πάντα να μιλά ήρεμα στη μητέρα της. Πάντα βουτούσε πολύ προσεκτικά τη γλώσσα μέσα στο μυαλό της κι ύστερα δειλά-δειλά έπαιρνε το θάρρος να αρθρώσει οτιδήποτε.

Ναι, η μαμά της συνέχιζε να την πονά ακόμα και τώρα που ήταν ενήλικη πια, μητέρα δυο παιδιών, παντρεμένη με έναν άντρα που της έδειχνε κάθε μέρα πόσο σημαντική, πόσο αξιαγάπητη, πόσο ξεχωριστή ήταν για εκείνον. Θυμάται πόσο περίεργα ένιωσε όταν εκείνος της χάιδεψε για πρώτη φορά τα μαλλιά. Βλέπεις, πριν από εκείνον, δεν είχε νιώσει ποτέ το χάδι. Ποτέ δεν την αγκάλιασε η μαμά της, δεν την παρηγόρησε, ούτε και την υπερασπίστηκε ποτέ σε κανέναν. Ποτέ της δεν ήταν εκεί όταν την χρειάστηκε. Ήταν πάντα σκληρή, ψυχρή, απόμακρη, επικριτική και τόσο, μα τόσο ειρωνική… Αναρωτιέται αν η απουσία κομπλιμέντων και επιβράβευσης απ’ τη μεριά της μητέρας της ευθύνεται που η ίδια δεν πιστεύει, ούτε ξέρει πώς ν’ απαντήσει σε οποιαδήποτε φιλοφροσύνη που κάποιος της κάνει.

Ίσως την ξανάπαιρνε πιο μετά. Ή μήπως να περίμενε να ξαναπάρει εκείνη; Έφερε για άλλη μια φορά τον διάλογο στο μυαλό της. Ακόμα αδυνατούσε να καταλάβει. Ίσως απλά να ήθελε να τσακωθούν. Δεν εξηγείτο αλλιώς. Ανέκαθεν ήταν έτσι η μάνα της. Θύμωνε ξαφνικά και, χωρίς την παραμικρή προειδοποίηση, άρχιζε να την κατηγορεί ή να την χτυπάει. Κάποιες φορές έφταιγε, είχε όντως κάνει κάποια αταξία, κάποια σκανταλιά. Άλλες φορές όμως την χτυπούσε, απλά νομίζοντας, υποθέτοντας ότι κάτι είχε κάνει ή ακόμα χειρότερα, επειδή κάποιος τής είπε κάτι, που δεν μπήκε καν στη διαδικασία να διασταυρώσει, δεν είχε καν ρωτήσει την ίδια και άλλες φορές γιατί είχε κάνει κάτι κατά λάθος. Ναι, για την Ξανθίππη δεν είχε σημασία αν δεν το έκανες επίτηδες. Όταν ήθελε να σε τιμωρήσει, δεν υπήρχε ελαφρυντικό. Κανένα επιχείρημα δεν ήταν επιτρεπτό και καμία διαπραγμάτευση δεν ήταν καλοδεχούμενη.

Ακόμα είχε πάνω της σημάδια από τον τρόπο «διαπαιδαγώγησης» που είχε επιλέξει η μαμά Ξανθίππη. Όταν την χτυπούσε -και αυτό συνέβαινε ουκ ολίγες φορές μέσα στην εβδομάδα- από «ξανθός άγγελος», όπως συνήθιζαν να την αποκαλούν οι φίλες της Ρέας, μετατρεπόταν στον πιο τρομακτικό τιμωρό δράκο του πιο σκοτεινού παραμυθιού.

Θυμάται, όταν έρχονταν οι φίλες της στο σπίτι, η μαμά της μετατρεπόταν σ’ εκείνες τις μητέρες που βλέπει κανείς μόνο στις αμερικάνικες ταινίες. Ξυπνούν το πρωί χαμογελαστές, φτιάχνουν το πρωινό με αγάπη και προσπαθούν να πείσουν τα παιδιά τους να φάνε λίγο παραπάνω, πριν τ’ αποχαιρετήσουν με ένα γλυκό φιλί, πριν αυτά φύγουν για το σχολείο. Σαν ηθοποιός, που εκτελούσε αλάνθαστα το νούμερό της πάνω στη σκηνή, η μαμά Ξανθίππη μιλούσε πάντα γλυκά μπροστά στους καλεσμένους, ρωτούσε τη Ρέα διάφορα για την ημέρα της δείχνοντας έντονο ενδιαφέρον και έπαιζε σαν παιδί μαζί της. Δυστυχώς όμως, αυτό κρατούσε μόνο ως τη στιγμή που έκλεινε η πόρτα πίσω κι απ’ τον τελευταίο επισκέπτη. Σαν μια μάσκα, ένα προσωπείο που έμπαινε και έβγαινε. Πόσο της έλειπε ώρες-ώρες εκείνη η ψεύτικη μαμά…

Ήταν ώρα να ταΐσει το μωρό. Ήταν τόσο κλαψιάρικο αυτό το μικρό πλασματάκι! Τόσο μικρό, τόσο εύθραυστο… Το κοίταξε μες στα μάτια και του χαμογέλασε. Και ήταν ένα χαμόγελο αυτό που σχημάτιζαν τα χείλη της, όλο μελαγχολία. Μα πώς ήταν δυνατόν, η δική της μητέρα, να μην την αγάπησε ποτέ;

–3–

Δεν την ξαναπήρε ποτέ τηλέφωνο. Μάλιστα, είχε αλλάξει τον αριθμό της κι έτσι η Ρέα δεν κατάφερε να της ξαναμιλήσει ποτέ. Τα χρόνια περνούσαν φέρνοντας όμορφες οικογενειακές στιγμές. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει πολύ και η ίδια είχε εξελιχθεί σε μια στοργική μητέρα. Είχε καταφέρει να φτιάξει μια δεμένη οικογένεια, όμως πάντα ένιωθε ότι κάτι της έλειπε.

Κάθε Χριστούγεννα, σε κάθε γενέθλια, κάθε Λαμπρή, ήλπιζε ότι η μητέρα της θα έκανε μια κίνηση. Μάταια όμως. Κάθε χρόνο τα ίδια. Η Ρέα έπεφτε σε βαθιά μελαγχολία και πραγματικά φλέρταρε με την κατάθλιψη. Αν ο άντρας της δεν ήταν τόσο υπομονετικός, στοργικός και γεμάτος κατανόηση, ίσως να μην τα κατάφερνε να χαμογελάσει. Τα κατάφερνε όμως. Χάρη σε εκείνον και για χάρη των παιδιών της.

Τα παιδιά της… η ζωή της όλη! Είχε εξελιχθεί σε μια μητέρα που ήταν διαρκώς δίπλα στα παιδιά της, αν και όσο αυτά μεγάλωναν, τόσο πιο διακριτική έπρεπε να κάνει την παρουσία της δίπλα τους. Τ’ αγαπούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Τα μάλωνε μόνο αν έκαναν κάτι που γνώριζαν εκ των προτέρων ότι ήταν μεμπτό, ανήθικο ή επιβλαβές για τους ίδιους ή για κάποιον άλλον, αλλά ποτέ για κάτι που δεν ήταν βέβαιη ότι εκείνα έφταιγαν, πόσο μάλλον για κάτι που έκαναν κατά λάθος. Όχι, δεν τα χτύπησε ποτέ. Προτιμούσε να «σπάει» τις φωνητικές τις χορδές όταν δεν έπιανε η ήρεμη συζήτηση και το «κήρυγμα» που πρότειναν αμέτρητα άρθρα που είχε διαβάσει, παρά να χτυπήσει, στην ουσία να βλάψει, τα πλάσματα που είχε επιλεχθεί απ’ τη μοίρα να προστατεύει από οποιονδήποτε κίνδυνο.

Ναι, ήταν περήφανη για την εξέλιξή της ως μητέρα. Άλλωστε, είχε το καλύτερο παράδειγμα. Προς αποφυγήν μεν, παράδειγμα δε. Το μόνο που είχε να κάνει, ήταν να κάνει το ακριβώς αντίθετο από ό,τι είχε κάνει σ’ αυτήν, η δική της μητέρα, και όλα θα πήγαιναν καλά.

Πάτησε στο σίδερο ένα μαύρο ταγιέρ και έκλεισε τη βαλίτσα της. Λίγο αργότερα, είχε φτάσει στην άλλη άκρη της χώρας. Τόσο κοντά και όμως τόσο μακριά… Πόσες φορές είχε φανταστεί τη μητέρα της να τής τηλεφωνεί, να πηγαίνει απροειδοποίητα να την βρει, μετανιωμένη για όλα. Να μπορούσε επιτέλους να της πει όλα τα παράπονά της. Για τότε, που δεν την ήθελε και την άφησε, μωρό ακόμα, στη γιαγιά της να την μεγαλώσει. Για τότε, που δεν την στήριξε στο διαζύγιό της με τον πρώτο της άντρα και κατηγόρησε εκείνη, χωρίς να ξέρει. Για τότε, που δεν ήρθε στο γάμο της επειδή «είχε δουλειές». Για τότε, που δεν ήρθε στη γέννα του δεύτερου γιου της, παρόλο που η Ρέα την εκλιπαρούσε στο τηλέφωνο. Ναι, είχε πάλι «δουλειές». Για όλες εκείνες τις φορές που την χτυπούσε με ό,τι έβρισκε μπροστά της, την μείωνε και της διέλυε την αυτοπεποίθηση. Για όλες εκείνες τις φορές που δεν πίστεψε σ’ εκείνη και προσπαθούσε να την αποθαρρύνει να πραγματοποιήσει το οποιοδήποτε όνειρό της.

Μπήκε σε ένα ταξί και έδωσε το όνομα της εκκλησίας. Ναι, η μητέρα της είχε καταφέρει άθελά της να την μετατρέψει σε μια υπέροχη μητέρα, αλλά της είχε καταστρέψει τη ζωή. Ήταν ανασφαλής και δεν πίστευε καθόλου στον εαυτό της. Αντιθέτως, υπήρχαν στιγμές -και ήταν πολλές- που πίστευε ότι δεν άξιζε τίποτα.

Ήταν δειλή, ντροπαλή και φοβόταν τις ανθρώπινες σχέσεις και τους ανθρώπους γενικότερα. Δεν εμπιστευόταν κανέναν και ήταν υπερβολικά ευγενική. Τόσο, που πολλές φορές καταντούσε γραφική. Έψαχνε διαρκώς την επιβεβαίωση στους άλλους και όταν δεν την έβρισκε, αυτό την γύριζε πίσω. Τότε που δεν ήταν ποτέ αρκετή για τη μητέρα της -τον άνθρωπο που ποτέ δεν κατόρθωσε να προσεγγίσει. Όσο και να τέντωνε τα χέρια, ποτέ δεν μπόρεσε να την φτάσει.

–4–

Κοιτώντας το άψυχο, αλλά γεμάτο αυτοπεποίθηση πρόσωπο της μητέρας της, αναρωτήθηκε ποια από τις δυο τους ήταν τελικά η πιο δυνατή. Η Ξανθίππη που πάντα θεωρούσε εαυτόν αλάνθαστο ή η ίδια που ενίοτε έμπαινε στη διαδικασία να αμφισβητεί τον ίδιο της τον εαυτό; Εξάλλου, αν μη τι άλλο, θέλει δύναμη ψυχής να παραδεχτείς ότι κάπου έσφαλες. Μήπως η δυνατή κατά τα άλλα μάνα της, απλά δεν είχε τα κότσια να παραδεχτεί τα λάθη της;
-Δεν περίμενα να σε δω εδώ.
Η φωνή του θείου της διέκοψε τις άτακτες σκέψεις της.
-Είπε τίποτα για εμένα; Οτιδήποτε;
-Όχι παιδί μου, τίποτα. Μόνο ότι εξαφανίστηκες. Ότι ήθελε να σεβαστεί αυτή σου την επιθυμία και ότι ήσασταν πολύ διαφορετικές. Κορίτσι μου, μην στεναχωριέσαι. Η Ξανθίππη είχε τσακωθεί με όλους μας τελευταία. Απλά μάθαμε να μην της δίνουμε σημασία.

–5–

Λίγες ώρες αργότερα, καθώς το αεροπλάνο της επιστροφής προσγειωνόταν, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε κλάψει καθόλου. Ούτε ένα τόσο δα δάκρυ δεν είχε κυλήσει απ’ τα μάτια της. Ανυπομονούσε να δει τα αγόρια και τον άντρα της. Την οικογένεια που εκείνη είχε χτίσει με τόση αγάπη… Η αεροσυνοδός άνοιξε την πόρτα και ένα κύμα αέρα έκανε τα μαλλιά της ν’ ανεμίσουν. Ανατρίχιασε ολόκληρη. Τα γόνατά της ξαφνικά λύγισαν και γονάτισε σαν να προσκυνά, εκεί, στη σκάλα του αεροπλάνου, μπροστά σε όλους. Και τότε, πλημμύρισε με δάκρυα όλο το πρόσωπό της. Μέσα στ’ αναφιλητά, ξεκαθάριζες μόνο μια φράση που έβγαινε από τα χείλη της Ρέας.
«Γιατί, μαμά;»

Κάποιοι την έπιασαν απ’ τα χέρια και την βοήθησαν να σηκωθεί. Εκείνη συνέχισε να κλαίει με λυγμούς. Κάποιος μουρμούρισε ότι την ήξερε. Γύριζε, είπε, απ’ την κηδεία της μάνας της. Η Ρέα όμως δεν έκλαιγε για τη μάνα της που πέθανε. Η Ρέα έκλαιγε για τη μάνα που δεν είχε ποτέ.

Τ Ε Λ Ο Σ

Copyright © Τζωρτζίνα Κουριαντάκη All rights reserved, 2018
Η συνοδευτική εικόνα περιλαμβάνει το έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της (1860-1866, Αθήνα, Συλλογή Α. Λεβέντη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες
Άμοιρος ΑκροβατίδηςΘοδωρής ΠαπαθεοδώρουΙωάννα ΔαμηλάτηΣυλλογή βραβευμένων διηγημάτων επιστημονικής φαντασίαςΠοιητική συλλογή, Ευρυδίκη Σιγαλού, Σαββατολουσμένη μουΗ πτώση, Αλμπέρ ΚαμύΟ πόνος της επιστροφής, Άγγελος Μανουσόπουλος
Πασχαλία ΤραυλούΆπαντα Κωνσταντίνου ΚαριωτάκηΧρήστος ΚεσκίνηςΟι Άγιοι με τα πορφυρά μάτια, Μάριου ΜητσόπουλουΘεόδωρος ΊνταςΝίκος ΙατρούΣτέλιος Ανδρεάδης
Άπαντα Κωνσταντίνου Καβάφη23, Νίκος ΒαρδάκαςΑναρχικός τραπεζίτης, Φερνάντο ΠεσσόαΑσκητική Νίκου ΚαζαντζάκηΆγγελος Μπακας - Ο σιωπηλος ΜπουΔιαβάστε ή κατεβάστε τα Ανένταχτα του Νίκου Καββαδία
Το ξύλινο παλτό, Κατερίνα Γώγου